Σάββατο, Σεπτεμβρίου 09, 2006

Μία απαραίτητη συγγνώμη

Να ευχαριστήσω κατ' αρχάς, και από εδώ, τον Dr. Moshe που με ενημέρωσε για το πρόβλημα με τα comments. Ζητώ συγγνώμη από τον ίδιο, τον Valentin, τον Ολύμπιο, τη Ροδιά και την Kate που τα σχόλιά τους εμφανίζονται στο μπλογκ μετά από τόσον καιρό. Ελπίζω να μην πίστεψαν ότι έπεσαν θύματα λογοκρισίας. Για το πρόβλημα ευθύνεται κάποια εμπλοκή τού "moderation", που παρότι στις ρυθμίσεις εμφανιζόταν απενεργοποιημένο, στην πραγματικότητα δούλευε πυρετωδώς και κόντεψε να μου διώξει όλη την "πελατεία". ;) Τέλος πάντων, με τη βοήθεια ενός φίλου ειδικότερου από εμένα, το πρόβλημα διορθώθηκε και τα σχόλιά σας είναι στη θέση τους. Θα απαντήσω αύριο, μόλις βρω τον χρόνο. (Οι επισκέπτες του μπλογκ αξίζει να διαβάσουν τα ενδιαφέροντα σχόλια που έγιναν στο άρθρο Διαφωνίες "μελετητών", καθώς και ένα εύστοχο σχόλιο της Ροδιάς στο Κουίζ.)

Να πω, επίσης, ότι σε τέτοιες περιπτώσεις μπορείτε να μου στέλνετε κανένα e-mail. Αν δεν είχε, αυτή τη φορά, την ευγένεια να με ενημερώσει ο Dr. Moshe, κι εγώ κι εσείς θα απορούσαμε για αρκετό καιρό ακόμα γιατί δεν εμφανίζονται τα σχόλιά σας στο ιστολόγιο.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 05, 2006

Παιχνίδια με την Πάπισσα

Ροΐδης:

Ο ανώνυμος λοιπόν πατήρ της ηρωίδος μου ήτο Άγγλος μοναχός• εκ τίνος δε επαρχίας δεν ηδυνήθην να μάθω, μη ούσης ακόμη διηρημένης της Βρεττανίας εις κομιτάτα προς ευκολίαν των εισπρακτόρων. Κατήγετο δε εκ των Ελλήνων εκείνων αποστόλων, οίτινες εφύτευσαν τον πρώτον σταυρόν εις την χλοεράν Ιρλανδίαν, και υπήρξε μαθητής του Εριγενούς Σκώτου, όστις πρώτος εφεύρε τον τρόπον του κατασκευάζειν αρχαία χειρόγραφα, δι ων ηπάτησε τους τότε λογίους, ως ο Σιμωνίδης τους Βερολινείους. Ταύτα μόνα διέσωσεν ημίν η ιστορία περί του πατρός της Ιωάννας.

H δε μήτηρ αυτής εκαλείτο Γιούθα, ήτο ξανθή και έβοσκε τας χήνας Σάξωνος βαρόνου. Ούτος καταβάς την παραμονήν συμποσίου, ίνα εκλέξη την παχυτέραν, ωρέχθη και της ποιμενίδος, ην από του ορνιθώνος μετέφερεν εις τον κοιτώνα. Βαρυνθείς αυτήν μετ' ολίγον την έδωκεν εις τον οινοχόον, ο οινοχόος εις τον μάγειρον και ούτος εις τον χυτροκόρον, όστις ευλαβής ων αντήλλαξε την νεάνιδα μετά του μοναχού, λαβών αντ' αυτής οδόντα του Αγίου Γουτλάκου, του ζήσαντος και οσίως τελευτήσαντος εντός λάκκου τινός της Μερκίας. Ούτω εξέπεσεν η Γιούθα από της κλίνης του δεσπότου εις τας αγκάλας του καλογήρου [...].


Καλοκύρης:

Ο ανώνυμος λοιπόν πατέρας της ηρωίδας μου ήταν Άγγλος μοναχός• από ποια ακριβώς επαρχία δεν κατάφερα να μάθω, επειδή η Βρετανία δεν ήταν ακόμα χωρισμένη σε κομητείες για να διευκολύνονται οι φοροεισπράκτορες. Καταγόταν από εκείνους τους Έλληνες ιεραπόστολους, που φύτεψαν τον πρώτο σταυρό στη χλοερή Ιρλανδία και είχε μαθητεύσει κοντά στον Εριγενή Σκώτο, αυτόν που πρωτοανακάλυψε πώς κατασκευάζονται αρχαία χειρόγραφα, με τα οποία εξαπατούσε τους λόγιους της εποχής, όπως ο Σιμωνίδης τους Βερολινέζους. Αυτά είναι όλα όσα μας διέσωσε η ιστορία για τον πατέρα της Ιωάννας.

H μητέρα της τώρα, λεγόταν Γιούθα, ήταν ξανθιά και έβοσκε τις χήνες κάποιου Σάξονα βαρόνου ο οποίος, προετοιμάζοντας κάποτε ένα φαγοπότι, κατέβηκε να διαλέξει την παχύτερη, αλλά λαχτάρισε τη βοσκοπούλα και τη μετέφερε από το κοτέτσι στην κρεβατοκάμαρα. Όταν, μετά από λίγο, τη βαρέθηκε, την πασάρησε στον οινοχόο, ο οινοχόος στο μάγειρα και αυτός στον λαντζέρη ο οποίος, επειδή ήταν ευλαβής άνθρωπος, έδωσε το κορίτσι στον μοναχό, με αντάλλαγμα ένα δόντι του Αγίου Γουτλάκου, που έζησε και μαρτύρησε μέσα σε κάποιο λάκκο της Μερκίας. Έτσι η Γιούθα ξέπεσε από το κρεβάτι του αφέντη στην αγκαλιά του καλόγερου...


Hominid (διατηρώ αυτούσιες 2-3 προτάσεις του Καλοκύρη που δεν είχα λόγο να αλλάξω):

Ο ανώνυμος, λοιπόν, πατέρας της ηρωίδας μου ήταν Άγγλος μοναχός• από ποια ακριβώς επαρχία δεν κατόρθωσα να μάθω, καθώς η Βρετανία δεν είχε χωριστεί ακόμα σε κομητείες για την ευκολία των φοροεισπρακτόρων. Καταγόταν, πάντως, από τους Έλληνες εκείνους ιεραπόστολους που φύτεψαν τον πρώτο σταυρό στην χλοερή Ιρλανδία και υπήρξε μαθητής του Ιωάννη Σκώτου Εριγένη, που πρώτος εφεύρε την κατασκευή αρχαίων χειρογράφων σε νεότερες εποχές. Με τέτοια εξαπάτησε τους λογίους του καιρού του, όπως ακριβώς ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης τους σημερινούς Βερολινέζους. Αυτά είναι όλα όσα μας διέσωσε η ιστορία για τον πατέρα της Ιωάννας.

Η μητέρα της, πάλι, λεγόταν Γιούθα, ήταν ξανθή και έβοσκε τις χήνες ενός Σάξωνα βαρόνου. Κάποτε που ο βαρόνος κατέβηκε να διαλέξει την παχύτερη για ένα συμπόσιο που θα έκανε, ορέχτηκε και την ίδια και από τον ορνιθώνα τη μετέφερε στον κοιτώνα του. Μετά από λίγο τη βαρέθηκε, την έδωσε στον οινοχόο, ο οινοχόος στον μάγειρα και εκείνος στον λαντζιέρη. Άνθρωπος ευλαβής αυτός, αντάλλαξε τη νέα με ένα δόντι τού αγίου Γουτλάκου (ο οποίος έζησε και πέθανε αγιότατα μέσα σε κάποιον λάκκο της Μερκίας) που του έδωσε ο μοναχός. Αυτή ήταν, λοιπόν, η πτώση της Γιούθας από το κρεβάτι τού αφέντη και δεσπότη της στην αγκαλιά του καλόγερου.


Να καθησυχάσω τους επισκέπτες τής σελίδας, διευκρινίζοντας ότι το δικό μου πόνημα σκοπό είχε απλώς να με βοηθήσει να κατανοήσω από "μέσα" τις δυσκολίες μιας τέτοιας μεταγλώττισης και να διαπιστώσω αν όντως είναι τόσο δύσκολο, όσο συμπεραίνει κανείς από την εργασία τού Καλοκύρη, να αποδοθεί το ύφος τού Ροΐδη στα νέα ελληνικά. Και αν ναι, πού μπορεί να οφείλεται αυτό. Θα συνεχίσω στο επόμενο σημείωμα, βοηθούμενος από σχετικό άρθρο του Νίκου Σαραντάκου.

Τρίτη, Αυγούστου 15, 2006

Διαφωνίες "μελετητών"

Το να αφιερώνει ο –εκ πρώτης όψεως, σοβαρός- Κόμβος της Ελληνικής Γλώσσας (ABnet) χώρο «σε νέες προτάσεις-θεωρίες που αφορούν τόσο τη γραμματική δομή, όσο και την ιστορική εξέλιξη της γλώσσας μας» δεν είναι κάτι κακό. Κακό είναι να προβάλλονται ως «νέες προτάσεις-θεωρίες» απόψεις που δεν μπορούν, επ' ουδενί, να θεωρηθούν επιστημονικές. Και να νομιμοποιούνται, με αυτόν τον τρόπο, στα μάτια του ανενημέρωτου επισκέπτη της σελίδας.

Στην κατηγορία των άρθρων Η ιστορία της γλώσσας διαβάζουμε:

«Στην ενότητα αυτή δημοσιεύονται κείμενα σχετικά με την ιστορία και την προέλευση της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού αλφαβήτου. Ιδιαίτερα το ζήτημα της καταγωγής του αλφαβήτου έχει απασχολήσει και εξακολουθεί να απασχολεί τους μελετητές, σε βαθμό -πολλές φορές- έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ αυτών που θεωρούν το ελληνικό αλφάβητο φοινικικής προελεύσεως και αυτών που το θεωρούν εφεύρεση ελληνική. Εδώ, αναφέρονται και οι δύο απόψεις ώστε ο αναγνώστης να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.»

Το πρώτο συμπέρασμα που θα βγάλει ο αναγνώστης, διαβάζοντας τα παραπάνω, είναι ότι οι μελετητές είναι όντως διχασμένοι και υπάρχουν δύο αντίθετες –ίσης, αφήνεται να εννοηθεί, αποδοχής και βαρύτητας- απόψεις. Αλλά η «αντιπαράθεση», για την οποία γίνεται λόγος, δεν αφορά διαφωνίες μεταξύ επιστημόνων. Δεν αμφισβητείται στον επιστημονικό χώρο ο ρόλος που έπαιξε η φοινικική γραφή στην εξέλιξη της (αλφαβητικής) ελληνικής. Ποιους Έλληνες ή ξένους ειδικούς έχουμε δει να διαφωνούν («έντονα», μάλιστα) σε αυτό το ζήτημα; Το ακριβές είναι ότι ο σχετικός θόρυβος παράγεται μόνο από ορισμένους ακραίους, εξω-επιστημονικούς κύκλους.

Μάλλον δεν θα αδικούσαμε το περιοδικό Δαυλός αν το κατατάσσαμε σε αυτούς τους κύκλους. Αναρωτιέμαι αν στους υπευθύνους τού ABnet δίνουν την εντύπωση σοβαρών επιστημονικών προσεγγίσεων άρθρα όπως αυτό του εκδότη τού περιοδικού κ. Λάμπρου, που φιλοξενούν στον ιστοχώρο τους. Έναν αναλυτικό -και καταλυτικό- σχολιασμό του άρθρου μπορείτε να βρείτε εδώ, όπου κάποιος Hellin είχε την ατυχή ιδέα να το δημοσιεύσει μεταφρασμένο στα αγγλικά, για να "διαφωτίσει" και τους ξένους. Δεν έχω να προσθέσω κάτι σε αυτά που γράφει στο φόρουμ ο Giles, παρά μόνον ότι ο μακαρίτης πρόεδρος τής Εταιρείας Ελλήνων Φιλολόγων Παναγιώτης Γεωργούντζος, τον οποίο ο κ. Λάμπρου συγκαταλέγει στους "αντι-φοινικιστές", δεν αμφισβητούσε τις φοινικικές καταβολές του ελληνικού αλφαβήτου. Απλώς υποστήριζε ότι η φοινικική γραφή πρέπει να θεωρείται μάλλον συλλαβική, παρά αλφαβητική όπως η ελληνική (αυτό είναι και το μόνο σημείο στο οποίο υπάρχουν όντως επιστημονικές διαφωνίες). Βέβαια, από τη στιγμή που ο κ. Λάμπρου πετσοκόβει και διαστρεβλώνει ανενδοίαστα ακόμη και διάσημα χωρία του Ηρόδοτου, θα αποτελούσε μεγάλη έκπληξη αν δεν έφερνε στα «μέτρα» του τις –διαφορετικές- απόψεις ενός φιλολόγου που δεν είναι γνωστός στο ευρύ κοινό.

Σάββατο, Ιουλίου 01, 2006

Κλειστόν λόγω...

...να πούμε λόγω θέρους; Τα ξαναλέμε όταν θα έχω τον χρόνο και τη διάθεση. Δροσερούς χαιρετισμούς.

Σάββατο, Μαΐου 13, 2006

Κουίζ

«Μετά την ένσαρκον οικονομίαν του Χριστού ως τριακοσίους χρόνους, ήτον τις βασιλεύς Μαξιμιανός ονόματι, το δε επίθετον Ερκούλιος, ο οποίος ήτον γαμβρός του βασιλέως Διοκλητιανού εις την θυγατέρα του. Λοιπόν, τοσούτον ήτον άτυχος και κακός άνθρωπος, ότι δεν ήθελεν ουδεποσώς να ακούση το όνομα του Χριστού. Αμή όπου και αν ήτον Χριστιανός, εσπούδαζεν να τον θανατώση. Πολλοί γουν από τους χριστιανούς υπήγαιναν και εμαρτυρούσαν δια την αγάπην του Χριστού. Ένας απ’ εκείνους ήτον και ο Άγιος Δημήτριος, ο σήμερον επαινούμενος. Ο οποίος ήτον μεν από την μεγαλόπολιν Θεσσαλονίκην κατά τα πάτρια, είχε δε και γονείς επισήμους άρχοντας και πρώτους των Μακεδόνων, πλην τόσον δεν ήτον τιμημένος και ένδοξος από το γένος του μόνον, όσον από την αρετήν του και την ευπρέπειαν της ψυχής. Διότι τόσον ενίκα τους ευγενείς και φρονίμους του καιρού εκείνου εις την κατάστασιν της ψυχικής ευγενείας του, όσον ήτον και ευμορφότερος παρά πάντας τους συνομηλίκους του.»

Άσκηση για όσους ασχολούνται με θέματα της ελληνικής γλώσσας και της ιστορίας της: Πώς θα χαρακτηρίζατε τη γλωσσική μορφή του παραπάνω αποσπάσματος;

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε καθιερωμένους ή μη όρους, αλλά ο γενικότατος «λόγια γλώσσα» θα θεωρηθεί υπεκφυγή. ;)

Δευτέρα, Μαΐου 01, 2006

Τονικά σημεία άλλοτε αξιο-σημείωτα

Την προηγούμενη φορά, εξήγησα γιατί δεν θεωρώ την επινόηση και αρχική χρήση των πολυτονικών σημείων ως μία πρώιμη (τέλη 3ου π.Χ. αιώνα) εκδήλωση «αττικισμού» στο επίπεδο της φωνητικής - ως προσπάθεια, δηλαδή, συντήρησης ενός «ορθού» τρόπου προφοράς που είχε αρχίσει να αλλοιώνεται. Ανέφερα τους γνωστούς λόγους (ισχνή εμφάνιση στους παπύρους της εποχής, σαφηνιστική χρήση σε ομόγραφες κυρίως λέξεις, εφαρμογή πολύ συχνότερη σε κείμενα του παρελθόντος παρά σε σύγχρονα) που πείθουν ότι επρόκειτο για διακριτικά σύμβολα και όχι για κάποιο είδος αρχαιοελληνικών «phonetics».

Όσο, όμως, η ομιλουμένη απομακρυνόταν -και φωνητικά- από την αρχαία, οι τόνοι αποκτούσαν και άλλες ιδιότητες εκτός από τη διακριτική. Ενώ ο δυναμικός τονισμός έτεινε να επικρατήσει, ο προσωδιακός των παλιότερων κειμένων άρχισε να μελετάται αυτοτελώς (σχέση τόνου και φωνηεντικής ποσότητας, τόνου και θέσης της συλλαβής κτλ) και η πρακτική σημείωσης των τόνων, συνακόλουθα, να μεταβάλλεται. Μαθαίνουμε, για παράδειγμα, ότι φιλόλογοι του δεύτερου μ.Χ. αιώνα κατέκριναν την αντιαισθητική σημείωση της βαρείας σε κάθε άτονη συλλαβή, πράγμα που φανερώνει ότι υπήρχε πλέον η τάση να καταγράφεται ο τονισμός μιας λέξης ολοκληρωμένα. Στην επέκταση της χρήσης των τόνων έπαιξε ρόλο και το ότι, από όλα τα διακριτικά σημεία που είχαν επινοήσει οι Αλεξανδρινοί, τα τονικά ήταν εκείνα που παρείχαν στους μελετητές της αρχαίας ελληνικής τις περισσότερες πληροφορίες: δεν δήλωναν μόνο την προσωδία αλλά, σε μεγάλο βαθμό, και τον χρόνο των φωνηέντων. Έτσι, χάρη σε αυτά, απεφεύχθη η ευρύτερη χρήση άλλων ειδικών συμβόλων που έδειχναν αποκλειστικά τη μακρότητα και τη βραχύτητα. Συνεπώς, οι τόνοι (που διατηρούσαν, παράλληλα, και τη διακριτική λειτουργία τους στις περιπτώσεις των ομογράφων) ήταν χρήσιμοι συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση των φιλολογικών δυσχερειών που είχαν προκύψει από τις ριζικές μεταβολές στην φωνητική της ελληνικής.

Γύρω στον 9ο μ.Χ. αιώνα, η χρήση τους γενικεύεται. Ξένοι γλωσσολόγοι, που έχουν ασχοληθεί με το πολυτονικό κυρίως από τη σκοπιά της αρχαίας ελληνικής (χωρίς να τους προβληματίζουν οι μεταγενέστερες «επιπλοκές» του ζητήματος), δεν βρίσκουν τίποτα το μεμπτό σε αυτή τη μεσαιωνική καινοτομία. Ορισμένοι από τους εγκυρότερους, μάλιστα, την εκθειάζουν: «Το σημερινό σύστημα δήλωσης των τόνων, γράφει ο W. Sidney Allen (Vox Graeca), βασίζεται σε μια παλιά βυζαντινή ανάπτυξη και συστηματοποίηση αλεξανδρινών κανόνων.» Και αποτελεί «μία οικονομική αναπαράσταση των φωνητικών δεδομένων (της αρχαίας ελληνικής), που αξίζει κάθε έπαινο». Αν υποθέσουμε ότι δεν είχε επιχειρηθεί ποτέ εκείνη η «γενίκευση» και ότι πολυτονικό σύστημα ολοκληρωμένο δεν είχε υπάρξει ποτέ, δεν αποκλείεται σύγχρονοι ειδικοί σαν τον Allen να έκαναν κάτι ανάλογο. Να προσπαθούσαν, δηλαδή, βασιζόμενοι στα διακριτικά σημαδάκια που φειδωλά σημείωναν οι φιλόλογοι της Αλεξάνδρειας, να εξαγάγουν γενικότερα συμπεράσματα για την αρχαιοελληνική φωνητική και μέσα, ακριβώς, από μία διαδικασία ανάπτυξης και συστηματοποίησης κανόνων, να φτάσουν σε μία ολοκληρωμένη αναπαράσταση της προσωδιακής προφοράς. Η οργάνωση του πολυτονικού, ως συστήματος, δεν ήταν αυθαίρετη επιστημονικά. Βασίστηκε σε μία μακρόχρονη εργασία πάνω στη φωνητική των αρχαίων ελληνικών, τα πορίσματα της οποίας γίνονται δεκτά σήμερα από την ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία. («Τα τονικά σημεία, γράφει ο Allen, μπορούν, σε γενικές γραμμές, να θεωρηθούν αξιόπιστες ενδείξεις για την μελωδία της λέξης».) Το θέμα δεν είναι πώς έγραφαν ή δεν έγραφαν οι αρχαίοι, αλλά αν ένας μεταγενέστερος τρόπος γραφής της αρχαίας ελληνικής 1) είναι -με βάση γλωσσολογικά κριτήρια- επιστημονικά ορθός και 2) εξυπηρετεί νεότερες φιλολογικές ανάγκες. Και στα δύο αυτά ερωτήματα, όσον αφορά την πολυτονική γραφή, η απάντηση φαίνεται να είναι καταφατική.

Αν, όμως, για τους παραπάνω λόγους, είναι αποδεκτή γενικά η εφαρμογή των τονικών σημείων στα αρχαιοελληνικά κείμενα, δεν ισχύει το ίδιο για την εφαρμογή τους σε κείμενα μεταγενέστερα – γραμμένα όταν η φωνητική της γλώσσας είχε εξ ολοκλήρου μεταβληθεί. Όχι αδικαιολόγητα, χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και αναχρονιστική, αφού τόσο ο προσωδιακός τονισμός, όσο και η διχρονία των φωνηέντων ήταν στοιχεία που δεν διατηρούσε πια η ελληνική. Παραγνωρίζεται, ωστόσο, ένα βασικότατο στοιχείο: η αττικιστική παράδοση. Για πολλούς αιώνες, και ανεξάρτητα από τη φωνητική και τη γενικότερη εξέλιξη της γλώσσας, η γραφομένη παρέμενε συναφέστατη προς την αρχαία ελληνική. Η περίοδος, μάλιστα, από τον 9ο μέχρι τα τέλη του 12ου αιώνα χαρακτηρίζεται, από μελετητές της βυζαντινής λογοτεχνίας, ως ακραιφνώς αττικίζουσα. Το πολυτονικό, λοιπόν, δεν χρησιμοποιήθηκε στην ομιλουμένη της εποχής, αλλά αφενός μεν στην αρχαία ελληνική και αφετέρου σε μία γραφόμενη γλώσσα που είχε για πρότυπο και απομιμούταν την αρχαία ελληνική. Το ζήτημα της εφαρμοσιμότητάς του σε μεταγενέστερες γλωσσικές μορφές δεν ήταν δυνατόν να τεθεί προτού αυτές αρχίσουν να χρησιμοποιούνται στον γραπτό λόγο. Και αυτό συνέβη πολλούς αιώνες αργότερα.

Ας έχουμε επίσης κατά νου ότι τα αρχαία ελληνικά διαβάζονταν πάντα με την εκάστοτε σύγχρονη προφορά. Στον ελληνόφωνο χώρο δεν υπήρξαν ποτέ «ερασμικές» τάσεις. Αυτό ίσχυε, βέβαια, και για τον τονισμό: όλα τα κείμενα, ανεξάρτητα από τον χρόνο συγγραφής τους, τονίζονταν –κατά την ανάγνωση- με τον νεότερο «δυναμικό» τρόπο. Οπότε ήταν φυσικό, και γι’ αυτόν τον επιπλέον λόγο, να μη γίνεται διάκριση μεταξύ αρχαίων και αρχαϊζόντων-αττικιζόντων κειμένων. Όταν η σημείωση των τόνων γενικεύτηκε στα μεν, γενικεύτηκε και στα δε. Αν δοκιμάζαμε, σήμερα, να γράψουμε κείμενα σε αττικίζουσα γλώσσα, δεν θα χρησιμοποιούσαμε άραγε κι εμείς το πολυτονικό (ακόμα κι αν δεν έχουμε ιδέα για το πώς ακουγόταν η αρχαία προσωδία) ως καθιερωμένο στοιχείο της γραφής της αρχαίας ελληνικής - και των όποιων, επομένως, απομιμήσεών της; Θα ήμασταν, έτσι κι αλλιώς, υποχρεωμένοι να τηρούμε τη θέση του τόνου ανάλογα με τον χρόνο των φωνηέντων στις τελευταίες συλλαβές, οπότε θα έπρεπε να λαμβάνουμε υπόψη τους σχετικούς κανόνες. Και νομίζω ότι τα σημεία του πολυτονικού θα μας βοηθούσαν να τους θυμόμαστε και τους τηρούμε - όπως, μάλλον, βοηθούσαν και τους αττικίζοντες συγγραφείς του Μεσαίωνα.

Απομένει ακόμα ένα σημείωμα, για το πολυτονικό σε σχέση με τη νεότερη πια γλώσσα. Διευκρινίζω ότι σκοπός αυτών των αναφορών δεν είναι να επιχειρηματολογήσω υπέρ ή κατά της σύγχρονης χρήσης του πολυτονικού αλλά, αντίθετα, να εξετάσω το ζήτημα έξω από τα πλαίσια της τωρινής διαμάχης και να προσπαθήσω να αναδείξω κάποιες βασικές πτυχές του (όπως αυτή του αττικισμού), που βλέπω να θίγονται από ανεπαρκώς έως καθόλου.