Σάββατο, Δεκεμβρίου 29, 2007
Το τελικόν πλήγμα κατά των Φοινικιστών
"Μόνο αυτό αρκεί να ανατρέψει τη θεωρία ότι εμείς αντιγράψαμε το αλφάβητο από τους Φοίνικες".
Υ.Γ. Μία μικρή διόρθωση μόνο (χωρίς να θέλω να αμφισβητήσω τις γνώσεις του -απολαυστικού πάντοτε- κ. Πλεύρη): Το "άλεφ" δεν προφερόταν "s" στα φοινικικά...
Παρασκευή, Ιουνίου 01, 2007
Για την Αμαλία
Σε μια εποχή που ο λαϊκίστικος καταγγελτισμός κυριαρχεί στα ΜΜΕ και που το να τα λέει κανείς "έξω από τα δόντια" φαίνεται πια να προϋποθέτει όχι τόσο έλλειψη φόβου, όσο σοβαρότητας, μένεις εμβρόντητος στο ξαφνικό άκουσμα μιας τόσο γνήσιας, καθαρής και θαρραλέας φωνής. Τουλάχιστον, πρόλαβε η Αμαλία να δει τον αντίκτυπο που είχαν τα γραπτά της και να εισπράξει λίγο από τον θαυμασμό και την αγάπη που της άξιζαν.
Κυριακή, Μαρτίου 04, 2007
Συμπληρώσαμε πεντάδα
Ευχαριστώ τον Τέττιγα για την πρόσκληση. Δεν έχω να προσκαλέσω άλλους εγώ, αφού στο γλωσσοχώρι είμαστε μάλλον ιστολογικώς ακοινώνητοι. ;)
1. Τυφλή εμπιστοσύνη σε λεξικό δεν ξανάδειξα από τότε που προσπάθησα ανεπιτυχώς, σε κάποια από τις μεσαίες τάξεις του δημοτικού, να πείσω τον δάσκαλο και τους ξεκαρδισμένους συμμαθητές ότι μόνο ο τύπος παντούφλα ήταν σωστός, ενώ το παντόφλα (που λέγαμε όλοι τότε) λάθος, μιας και δεν το ανέφερε το "ορθογραφικό-ερμηνευτικό" που είχα.
2. Στη διάρκεια της εφηβείας μου είχα περάσει κι εγώ, όπως ο Τέττιξ, μία φάση μεταφυσικών αντιλήψεων γύρω από την ελληνική γλώσσα. Θυμάμαι πόσο είχα ενθουσιαστεί όταν είδα σε μία ιατρική εγκυκλοπαίδεια ότι η γυναικεία μήτρα μοιάζει, κάπως, με ανάποδο δέλτα. «Δελφύς ίσον το φύον δέλτα!», ανέκραξα.
3. Επειδή στο σχολείο είχα κερδίσει χρόνο, ήμουν ο νεότερος στην τάξη μέχρι και την αποφοίτησή μου από το λύκειο. Στο πανεπιστήμιο, επίσης, ήμουν από τους πιο μικρούς. Μεγάλωσα απότομα στον στρατό, όπου βρέθηκα να συναναστρέφομαι παιδιά που περνούσα μέχρι και πέντε χρόνια. Περισσότερο άβολα είχα αισθανθεί όταν χρειάστηκε να διαβεβαιώσω έναν-δύο (κάπως πιο ψαρωμένους) από αυτούς ότι ο πληθυντικός δεν ήταν απαραίτητος όταν μου απηύθυναν τον λόγο.
4. Από παιχνίδια, στον υπολογιστή μου έχω εγκατεστημένο μόνο ένα ποδοσφαιράκι, το οποίο «τιμώ» καμιά φορά. Όπως έχω διαδικτυακώς διαπιστώσει, το ίδιο παιχνίδι αποτελεί αγαπημένη ασχολία για σοβαρούς επαγγελματίες και καθ’ όλα σεβαστούς οικογενειάρχες από όλη την Ευρώπη. Όχι ότι τους είναι πάντοτε εύκολο: ένας Γάλλος με ενημέρωσε, τις προάλλες, ότι έπρεπε να εγκαταλείψει τον αγώνα μας επειδή ο γιος του είχε αρχίσει να κλαίει. «Πες του ότι θα τον αφήσεις να παίξει αργότερα», του έγραψα - αλλά είχε αποσυνδεθεί ήδη.
5. Μιας και πιάσαμε τα ποδοσφαιρικά, στο μοναδικό δεκατριάρι τής ζωής μου είχα παίξει «στάνταρ άσσο» αγώνα που η Ελλάδα ήταν φιλοξενούμενη. Ίσως ακούγεται άσχημα αυτό, αλλά εκείνη την εποχή (κάμποσα χρόνια πριν την κατάκτηση του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος) μόνο τέτοιες χαρές θα μπορούσε να περιμένει κανείς από την εθνική μας.
1. Τυφλή εμπιστοσύνη σε λεξικό δεν ξανάδειξα από τότε που προσπάθησα ανεπιτυχώς, σε κάποια από τις μεσαίες τάξεις του δημοτικού, να πείσω τον δάσκαλο και τους ξεκαρδισμένους συμμαθητές ότι μόνο ο τύπος παντούφλα ήταν σωστός, ενώ το παντόφλα (που λέγαμε όλοι τότε) λάθος, μιας και δεν το ανέφερε το "ορθογραφικό-ερμηνευτικό" που είχα.
2. Στη διάρκεια της εφηβείας μου είχα περάσει κι εγώ, όπως ο Τέττιξ, μία φάση μεταφυσικών αντιλήψεων γύρω από την ελληνική γλώσσα. Θυμάμαι πόσο είχα ενθουσιαστεί όταν είδα σε μία ιατρική εγκυκλοπαίδεια ότι η γυναικεία μήτρα μοιάζει, κάπως, με ανάποδο δέλτα. «Δελφύς ίσον το φύον δέλτα!», ανέκραξα.
3. Επειδή στο σχολείο είχα κερδίσει χρόνο, ήμουν ο νεότερος στην τάξη μέχρι και την αποφοίτησή μου από το λύκειο. Στο πανεπιστήμιο, επίσης, ήμουν από τους πιο μικρούς. Μεγάλωσα απότομα στον στρατό, όπου βρέθηκα να συναναστρέφομαι παιδιά που περνούσα μέχρι και πέντε χρόνια. Περισσότερο άβολα είχα αισθανθεί όταν χρειάστηκε να διαβεβαιώσω έναν-δύο (κάπως πιο ψαρωμένους) από αυτούς ότι ο πληθυντικός δεν ήταν απαραίτητος όταν μου απηύθυναν τον λόγο.
4. Από παιχνίδια, στον υπολογιστή μου έχω εγκατεστημένο μόνο ένα ποδοσφαιράκι, το οποίο «τιμώ» καμιά φορά. Όπως έχω διαδικτυακώς διαπιστώσει, το ίδιο παιχνίδι αποτελεί αγαπημένη ασχολία για σοβαρούς επαγγελματίες και καθ’ όλα σεβαστούς οικογενειάρχες από όλη την Ευρώπη. Όχι ότι τους είναι πάντοτε εύκολο: ένας Γάλλος με ενημέρωσε, τις προάλλες, ότι έπρεπε να εγκαταλείψει τον αγώνα μας επειδή ο γιος του είχε αρχίσει να κλαίει. «Πες του ότι θα τον αφήσεις να παίξει αργότερα», του έγραψα - αλλά είχε αποσυνδεθεί ήδη.
5. Μιας και πιάσαμε τα ποδοσφαιρικά, στο μοναδικό δεκατριάρι τής ζωής μου είχα παίξει «στάνταρ άσσο» αγώνα που η Ελλάδα ήταν φιλοξενούμενη. Ίσως ακούγεται άσχημα αυτό, αλλά εκείνη την εποχή (κάμποσα χρόνια πριν την κατάκτηση του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος) μόνο τέτοιες χαρές θα μπορούσε να περιμένει κανείς από την εθνική μας.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 18, 2007
Χωρίς νι και σίγμα
«Κανένας πια δεν εργάζεται, όλοι δουλεύουν, κανείς δεν ερευνά, αναζητεί, διερευνά, καταζητεί, όλοι ψάχνουν, κανείς δεν συλλαμβάνεται πλέον, αλλά μόνο πιάνεται, κανένας δεν θέτει το πρόβλημα, αλλά μόνο το βάζει, δεν υπάρχει πια συμμετοχή γονέων παρά μόνο γονιών, τα παιδιά δεν πηγαίνουν σε σχολείο αλλά μόνο σε σχολειό, τίποτα πλέον δεν είναι επιτυχημένο αλλά μόνο πετυχημένο, κι ούτε υπάρχουν υψηλές τιμές, επιδιώξεις κτλ. αλλά μόνο ψηλές.»
Το απόσπασμα είναι από κείμενο που γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του ‘80 και ο τρόπος που παρουσιάζεται εδώ σίγουρα αδικεί τον συντάκτη του, Γιάννη Καλιόρη. Στα βιβλία του βρίσκει κανείς άλλες –καίριες- γλωσσικές παρατηρήσεις, με τις οποίες ο χρόνος φάνηκε σαφώς φιλικότερος. Εκείνη την περίοδο, άλλωστε, υπήρχε όντως μία τάση για γλωσσικές υπερβολές σαν αυτές που αναφέρει. Παρόλα αυτά, δικαιολογημένα θα διέκρινε κανείς μία υπερβολή και στην ίδια την περιγραφή του. Δεν φαίνεται πιθανό, λέξεις όπως συλλαμβάνομαι, θέτω, ερευνώ κ.α., που χρησιμοποιούνται ευρέως σήμερα, ή τύποι λέξεων όπως σχολείο ή υψηλός (με τη μεταφορική σημασία του), οι οποίοι επικρατούν πλέον συντριπτικά, να ήταν υπό εξαφάνιση πριν από είκοσι χρόνια. Ακόμα κι αν υπήρξε τότε μία συνειδητή προσπάθεια περιορισμού των «λόγιων» στοιχείων της γλώσσας, από τα αποτελέσματά της συμπεραίνουμε ότι δεν είχε τις τεράστιες διαστάσεις που της απέδιδε ο Καλιόρης.
Ως «πολεμικά δοκίμια» χαρακτήριζε τα κείμενά του για τη γλώσσα ο τελευταίος - πολεμικές είναι βέβαια, σε μεγάλο βαθμό, και οι γλωσσικές επιφυλλίδες του Γιάννη Χάρη, από το αντίπαλο «στρατόπεδο». Και θεωρώ ότι κανείς από τους δύο δεν αποφεύγει απόλυτα τις παγίδες που κρύβει μία, ορισμένων αφετηριών και στόχων, πολεμική. Εκτός του ότι υπερβάλλουν σαφώς στις περιγραφές τους, αμφότεροι υποτιμούν και υποβαθμίζουν τις μη ιδεολογικές παραμέτρους της γλωσσικής χρήσης: μακροπρόθεσμα, όπως έχει αποδειχθεί στην πράξη, η ίδια η γλώσσα θέτει όρια και φραγμούς στις όποιες ιδεολογικές τάσεις εκδηλώνονται εντός της. Είναι απίθανο να «περάσει», τελικά, κάτι που εναντιώνεται έντονα στο γλωσσικό αισθητήριο. Γι' αυτόν τον λόγο, δεν δικαιολογείται και η κινδυνολογική χροιά που προσλαμβάνουν συχνά τα γραφόμενα των Χάρη και Καλιόρη: σε κάτι άσχημο, ισχυρίζονται, θα οδηγήσουν οι καταγγελλόμενες τάσεις αν δεν αντιμετωπιστούν, κάποια ανεπιθύμητα -ή και καταστροφικά- αποτελέσματα θα επιφέρουν. Για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, θεωρούν ότι η γλώσσα κινδυνεύει.
Η βασική, όμως, αδυναμία αυτού του είδους της κριτικής είναι η μονομέρειά της. Ακόμα κι αν δεν σπανίζουν οι εύστοχες παρατηρήσεις στα γραπτά σοβαρών σχολιαστών όπως οι συγκεκριμένοι, η εικόνα που δίνουν για τη γλωσσική πραγματικότητα είναι μερική και, πιθανότατα, παραπλανητική. Αναφέρθηκα πριν σε κάποιες όχι απολύτως πειστικές περιγραφές του κ. Καλιόρη, ενώ και ο κ. Χάρης δείχνει δυσανάλογα μικρό ενδιαφέρον για άλλες εμφανείς τάσεις πλην αυτών που καταγγέλλει - π.χ. τις χρηστικά αδικαιολόγητες υπερβολές μιας επιδεικτικής αγγλομάθειας, η οποία χαρακτηρίζει ένα σημαντικό μέρος των ελληνικών ΜΜΕ. Βρίσκει κανείς εκείνο που ψάχνει, και το γλωσσικό τοπίο είναι πλέον αρκετά σύνθετο ώστε να προσφέρει σε κάποιον τα παραδείγματα που χρειάζεται για να υποστηρίξει την Α ή τη Β θέση. Όταν, όμως, η κριτική της γλωσσικής χρήσης δεν ξεχωρίζει τα διάφορα επίπεδα, και υπερτονίζει ή υποβαθμίζει φαινόμενα και τάσεις κατ’ επιλογή, τότε δεν λέει όλη την αλήθεια.
Επανερχόμενος στο ζήτημα αν υφίσταται σήμερα κάποια άξια λόγου –ή ανησυχίας- εξαρχαϊστική τάση στη γλώσσα, η δική μου απάντηση είναι αρνητική. Για τους εξής λόγους:
Πρώτον, κάτι τέτοιο δεν συνάγεται από τη συνολική εικόνα. Εκτός κι αν έχεις τεταμένη την προσοχή για να εντοπίζεις τέτοιες περιπτώσεις, δεν αποκομίζεις την εντύπωση «εξαρχαϊσμένου» λόγου από τις σημερινές εφημερίδες και τα περιοδικά, την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, το διαδίκτυο. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι ο «αρχαϊσμός» είναι κάτι συγκεκριμένο (κατά το λεξικό Τριανταφυλλίδη: η χρήση απαρχαιωμένων, ξεπερασμένων τρόπων έκφρασης – λέξεων, φράσεων, τύπων, συντάξεων) και δεν σημαίνει, γενικώς και αορίστως, τον «γλωσσικό ευπρεπισμό». Έτσι, αρκετά από τα παραδείγματα που αναφέρει στο άρθρο του ο Χάρης δεν ανήκουν σε αυτή την κατηγορία, ενώ και αυτά που αποτελούν αρχαϊσμούς είναι είτε κάποιοι παλιότεροι, ανθεκτικοί τύποι, είτε υπερδιορθώσεις. Περίπτωση επανεμφάνισης τύπου της καθαρεύουσας που είχε περιπέσει σε αχρηστία, ο Χάρης δεν αναφέρει καμία (ούτε έχω κι εγώ υπόψη).
Δεύτερον, δεν υφίστανται πλέον οι κοινωνιογλωσσικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη γλωσσικού εξαρχαϊσμού. Η μακραίωνη λόγια παράδοση, στους κόλπους της οποίας αναπτύχθηκαν οι αρχαΐζουσες ποικιλίες της ελληνικής, έφθινε, πολεμήθηκε και εν τέλει τερματίστηκε. Από τους φορείς της εξουσίας, πάλι, που άλλοτε στήριζαν και προσέδιδαν κύρος στην αρχαΐζουσα γλώσσα, μόνο η Εκκλησία τη χρησιμοποιεί ακόμη – αν και, βέβαια, πολύ πιο περιορισμένα. Η δε διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στην εκπαίδευση (η οποία προβληματίζει, μεταξύ άλλων, κάποιους φίλους συνιστολόγους) εξυπηρετεί μεν ιδεολογικές-συναισθηματικές ανάγκες, αλλά τα καθαυτό γλωσσολογικά της αποτελέσματα (είτε επιθυμητά, είτε ανεπιθύμητα) είναι μάλλον ανύπαρκτα. Με δεδομένο, επίσης, ότι πλησιάζουν τα σαράντα οι πρώτοι που πήγαν σχολείο μετά την καθιέρωση της δημοτικής και ότι οι περισσότεροι, από εκείνη τη γενιά και πέρα, ούτε παθητική γνώση (που θα τους επέτρεπε να διαβάζουν έστω) της καθαρεύουσας δεν φαίνεται να έχουν, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι στις ενδογλωσσικές εξελίξεις των επόμενων δεκαετιών ο «αρχαϊσμός» θα παίξει κάποιον αξιοσημείωτο ρόλο. Πολύ απλά, οι όποιες συναφείς τάσεις δεν διαθέτουν πλέον τα απαραίτητα ερείσματα.
Τρίτον, ενώ άλλοτε τα «καλά» ελληνικά ήταν εκείνα που γράφονταν «με το νι και με το σίγμα», εκείνα δηλαδή που συμμορφώνονταν με αρχαϊκά γραμματικά και μορφολογικά πρότυπα, σήμερα το γόητρο στο επίπεδο της γλωσσικής έκφρασης φαίνεται να αντλείται από αλλού. «Σοβαρά» γραμμένο δεν φαντάζει πλέον ένα κείμενο γεμάτο αρχαϊσμούς, αλλά ένα κείμενο π.χ. με προσεγμένες και όχι τόσο «κοινές» λεξιλογικές επιλογές. Και νομίζω ότι εκείνο που θα έπρεπε να μας απασχολεί δεν είναι το αν κάποια κοσμικογράφος υπερδιορθώνει κωμικά το όνομα της Ζωζούς Σαπουτζάκη, αλλά το πώς επηρεάζει την ευρύτερη χρήση η γλώσσα που χρησιμοποιείται σήμερα σε χώρους (όπως ο ακαδημαϊκός) όπου διαμορφώνονται τα γλωσσικά πρότυπα κύρους. Γνωρίζουμε, άλλωστε, ότι υπάρχουν κείμενα σε άψογη, γραμματικά, δημοτική, τα οποία διατηρούν ορισμένα κοινωνιογλωσσικά γνωρίσματα της καθαρεύουσας (π.χ. μεγαλύτερη φροντίδα για την «περιωπή» του συντάκτη τους, παρά για την αναγνωστική τους προσιτότητα). Διαφεύγουν, ωστόσο, τη γλωσσική κριτική, επειδή δεν εμπίπτουν στα πλαίσια του άλλοτε Γλωσσικού Ζητήματος, στα οποία εκείνη ακόμα περιορίζεται.
Τελειώνοντας, δεν παραγνωρίζω ότι υπάρχουν προβλήματα στη χρήση της ΝΕ που σχετίζονται, όντως, με την επίδραση της καθαρεύουσας. Απλώς, θεωρώ ότι η επίδραση αυτή έπαψε να υφίσταται μαζί με την ίδια την καθαρεύουσα και ότι οι όποιες δυσχέρειες, πλέον, έχουν να κάνουν με κάποια αναφομοίωτα ή, για άλλους λόγους, προβληματικά παράγωγά της. Με αυτά θα ασχοληθούμε σε επόμενο σημείωμα.
Το απόσπασμα είναι από κείμενο που γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του ‘80 και ο τρόπος που παρουσιάζεται εδώ σίγουρα αδικεί τον συντάκτη του, Γιάννη Καλιόρη. Στα βιβλία του βρίσκει κανείς άλλες –καίριες- γλωσσικές παρατηρήσεις, με τις οποίες ο χρόνος φάνηκε σαφώς φιλικότερος. Εκείνη την περίοδο, άλλωστε, υπήρχε όντως μία τάση για γλωσσικές υπερβολές σαν αυτές που αναφέρει. Παρόλα αυτά, δικαιολογημένα θα διέκρινε κανείς μία υπερβολή και στην ίδια την περιγραφή του. Δεν φαίνεται πιθανό, λέξεις όπως συλλαμβάνομαι, θέτω, ερευνώ κ.α., που χρησιμοποιούνται ευρέως σήμερα, ή τύποι λέξεων όπως σχολείο ή υψηλός (με τη μεταφορική σημασία του), οι οποίοι επικρατούν πλέον συντριπτικά, να ήταν υπό εξαφάνιση πριν από είκοσι χρόνια. Ακόμα κι αν υπήρξε τότε μία συνειδητή προσπάθεια περιορισμού των «λόγιων» στοιχείων της γλώσσας, από τα αποτελέσματά της συμπεραίνουμε ότι δεν είχε τις τεράστιες διαστάσεις που της απέδιδε ο Καλιόρης.
Ως «πολεμικά δοκίμια» χαρακτήριζε τα κείμενά του για τη γλώσσα ο τελευταίος - πολεμικές είναι βέβαια, σε μεγάλο βαθμό, και οι γλωσσικές επιφυλλίδες του Γιάννη Χάρη, από το αντίπαλο «στρατόπεδο». Και θεωρώ ότι κανείς από τους δύο δεν αποφεύγει απόλυτα τις παγίδες που κρύβει μία, ορισμένων αφετηριών και στόχων, πολεμική. Εκτός του ότι υπερβάλλουν σαφώς στις περιγραφές τους, αμφότεροι υποτιμούν και υποβαθμίζουν τις μη ιδεολογικές παραμέτρους της γλωσσικής χρήσης: μακροπρόθεσμα, όπως έχει αποδειχθεί στην πράξη, η ίδια η γλώσσα θέτει όρια και φραγμούς στις όποιες ιδεολογικές τάσεις εκδηλώνονται εντός της. Είναι απίθανο να «περάσει», τελικά, κάτι που εναντιώνεται έντονα στο γλωσσικό αισθητήριο. Γι' αυτόν τον λόγο, δεν δικαιολογείται και η κινδυνολογική χροιά που προσλαμβάνουν συχνά τα γραφόμενα των Χάρη και Καλιόρη: σε κάτι άσχημο, ισχυρίζονται, θα οδηγήσουν οι καταγγελλόμενες τάσεις αν δεν αντιμετωπιστούν, κάποια ανεπιθύμητα -ή και καταστροφικά- αποτελέσματα θα επιφέρουν. Για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, θεωρούν ότι η γλώσσα κινδυνεύει.
Η βασική, όμως, αδυναμία αυτού του είδους της κριτικής είναι η μονομέρειά της. Ακόμα κι αν δεν σπανίζουν οι εύστοχες παρατηρήσεις στα γραπτά σοβαρών σχολιαστών όπως οι συγκεκριμένοι, η εικόνα που δίνουν για τη γλωσσική πραγματικότητα είναι μερική και, πιθανότατα, παραπλανητική. Αναφέρθηκα πριν σε κάποιες όχι απολύτως πειστικές περιγραφές του κ. Καλιόρη, ενώ και ο κ. Χάρης δείχνει δυσανάλογα μικρό ενδιαφέρον για άλλες εμφανείς τάσεις πλην αυτών που καταγγέλλει - π.χ. τις χρηστικά αδικαιολόγητες υπερβολές μιας επιδεικτικής αγγλομάθειας, η οποία χαρακτηρίζει ένα σημαντικό μέρος των ελληνικών ΜΜΕ. Βρίσκει κανείς εκείνο που ψάχνει, και το γλωσσικό τοπίο είναι πλέον αρκετά σύνθετο ώστε να προσφέρει σε κάποιον τα παραδείγματα που χρειάζεται για να υποστηρίξει την Α ή τη Β θέση. Όταν, όμως, η κριτική της γλωσσικής χρήσης δεν ξεχωρίζει τα διάφορα επίπεδα, και υπερτονίζει ή υποβαθμίζει φαινόμενα και τάσεις κατ’ επιλογή, τότε δεν λέει όλη την αλήθεια.
Επανερχόμενος στο ζήτημα αν υφίσταται σήμερα κάποια άξια λόγου –ή ανησυχίας- εξαρχαϊστική τάση στη γλώσσα, η δική μου απάντηση είναι αρνητική. Για τους εξής λόγους:
Πρώτον, κάτι τέτοιο δεν συνάγεται από τη συνολική εικόνα. Εκτός κι αν έχεις τεταμένη την προσοχή για να εντοπίζεις τέτοιες περιπτώσεις, δεν αποκομίζεις την εντύπωση «εξαρχαϊσμένου» λόγου από τις σημερινές εφημερίδες και τα περιοδικά, την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, το διαδίκτυο. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι ο «αρχαϊσμός» είναι κάτι συγκεκριμένο (κατά το λεξικό Τριανταφυλλίδη: η χρήση απαρχαιωμένων, ξεπερασμένων τρόπων έκφρασης – λέξεων, φράσεων, τύπων, συντάξεων) και δεν σημαίνει, γενικώς και αορίστως, τον «γλωσσικό ευπρεπισμό». Έτσι, αρκετά από τα παραδείγματα που αναφέρει στο άρθρο του ο Χάρης δεν ανήκουν σε αυτή την κατηγορία, ενώ και αυτά που αποτελούν αρχαϊσμούς είναι είτε κάποιοι παλιότεροι, ανθεκτικοί τύποι, είτε υπερδιορθώσεις. Περίπτωση επανεμφάνισης τύπου της καθαρεύουσας που είχε περιπέσει σε αχρηστία, ο Χάρης δεν αναφέρει καμία (ούτε έχω κι εγώ υπόψη).
Δεύτερον, δεν υφίστανται πλέον οι κοινωνιογλωσσικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη γλωσσικού εξαρχαϊσμού. Η μακραίωνη λόγια παράδοση, στους κόλπους της οποίας αναπτύχθηκαν οι αρχαΐζουσες ποικιλίες της ελληνικής, έφθινε, πολεμήθηκε και εν τέλει τερματίστηκε. Από τους φορείς της εξουσίας, πάλι, που άλλοτε στήριζαν και προσέδιδαν κύρος στην αρχαΐζουσα γλώσσα, μόνο η Εκκλησία τη χρησιμοποιεί ακόμη – αν και, βέβαια, πολύ πιο περιορισμένα. Η δε διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στην εκπαίδευση (η οποία προβληματίζει, μεταξύ άλλων, κάποιους φίλους συνιστολόγους) εξυπηρετεί μεν ιδεολογικές-συναισθηματικές ανάγκες, αλλά τα καθαυτό γλωσσολογικά της αποτελέσματα (είτε επιθυμητά, είτε ανεπιθύμητα) είναι μάλλον ανύπαρκτα. Με δεδομένο, επίσης, ότι πλησιάζουν τα σαράντα οι πρώτοι που πήγαν σχολείο μετά την καθιέρωση της δημοτικής και ότι οι περισσότεροι, από εκείνη τη γενιά και πέρα, ούτε παθητική γνώση (που θα τους επέτρεπε να διαβάζουν έστω) της καθαρεύουσας δεν φαίνεται να έχουν, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι στις ενδογλωσσικές εξελίξεις των επόμενων δεκαετιών ο «αρχαϊσμός» θα παίξει κάποιον αξιοσημείωτο ρόλο. Πολύ απλά, οι όποιες συναφείς τάσεις δεν διαθέτουν πλέον τα απαραίτητα ερείσματα.
Τρίτον, ενώ άλλοτε τα «καλά» ελληνικά ήταν εκείνα που γράφονταν «με το νι και με το σίγμα», εκείνα δηλαδή που συμμορφώνονταν με αρχαϊκά γραμματικά και μορφολογικά πρότυπα, σήμερα το γόητρο στο επίπεδο της γλωσσικής έκφρασης φαίνεται να αντλείται από αλλού. «Σοβαρά» γραμμένο δεν φαντάζει πλέον ένα κείμενο γεμάτο αρχαϊσμούς, αλλά ένα κείμενο π.χ. με προσεγμένες και όχι τόσο «κοινές» λεξιλογικές επιλογές. Και νομίζω ότι εκείνο που θα έπρεπε να μας απασχολεί δεν είναι το αν κάποια κοσμικογράφος υπερδιορθώνει κωμικά το όνομα της Ζωζούς Σαπουτζάκη, αλλά το πώς επηρεάζει την ευρύτερη χρήση η γλώσσα που χρησιμοποιείται σήμερα σε χώρους (όπως ο ακαδημαϊκός) όπου διαμορφώνονται τα γλωσσικά πρότυπα κύρους. Γνωρίζουμε, άλλωστε, ότι υπάρχουν κείμενα σε άψογη, γραμματικά, δημοτική, τα οποία διατηρούν ορισμένα κοινωνιογλωσσικά γνωρίσματα της καθαρεύουσας (π.χ. μεγαλύτερη φροντίδα για την «περιωπή» του συντάκτη τους, παρά για την αναγνωστική τους προσιτότητα). Διαφεύγουν, ωστόσο, τη γλωσσική κριτική, επειδή δεν εμπίπτουν στα πλαίσια του άλλοτε Γλωσσικού Ζητήματος, στα οποία εκείνη ακόμα περιορίζεται.
Τελειώνοντας, δεν παραγνωρίζω ότι υπάρχουν προβλήματα στη χρήση της ΝΕ που σχετίζονται, όντως, με την επίδραση της καθαρεύουσας. Απλώς, θεωρώ ότι η επίδραση αυτή έπαψε να υφίσταται μαζί με την ίδια την καθαρεύουσα και ότι οι όποιες δυσχέρειες, πλέον, έχουν να κάνουν με κάποια αναφομοίωτα ή, για άλλους λόγους, προβληματικά παράγωγά της. Με αυτά θα ασχοληθούμε σε επόμενο σημείωμα.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 27, 2006
Φρικώδεις μακαρονισμοί
Κάποτε ο Κοραής (που ήθελε με μέτρο το «ελληνίζειν» στη γλώσσα) είχε ακούσει έναν «φρικωδέστατο μακαρονισμό» τον οποίο και ανέφερε ως παράδειγμα προς αποφυγή: «Δεν μου το επιτρέπει ο καιρός». Εκείνη την εποχή συνήθιζαν να λένε «Δεν μου το συγχωρεί ο καιρός», ενώ το επιτρέπω, απ’ ό,τι φαίνεται, θα το χρησιμοποιούσε μόνο κάποιος ακραίος αρχαϊστής. Ο Κοραής έφτασε να ρωτήσει τον συγκεκριμένο αν θεωρούσε το συγχωρώ βουλγαρική λέξη και γι’ αυτό την απέφευγε! Τη συνέχεια, βέβαια, της ιστορίας τη γνωρίζουμε. Αναρωτιέμαι, όμως, αν ο Κοραής έτυχε απλώς να «εκτεθεί» από την κατοπινή επίδοση της λέξης, ή αν είχε παραβλέψει / υποτιμήσει κάποιους παράγοντες που την ευνοούσαν εξαρχής. Ίσως, για παράδειγμα, το συγχωρώ να έτεινε ήδη περισσότερο προς τη σημερινή του σημασία και να είχε δημιουργηθεί έδαφος για ένα άλλο ρήμα – έστω και εξεζητημένο αρχικά.
Αν και τα γλωσσικά πράγματα στην Ελλάδα έχουν αλλάξει από τότε, δεν λείπει ούτε σήμερα η κριτική για αρχαϊστικά φαινόμενα. Μερικές φορές (όπως όταν χρησιμοποιούνται τελείως παράταιροι τύποι της καθαρεύουσας: της γλώσσης, η άποψις, το βιβλίον κτλ.) αυτά μπορούν να αποδοθούν, με σχετική ασφάλεια, σε κίνητρα ιδεολογικά. Σε άλλες, όμως, κοινότερες περιπτώσεις, τα πράγματα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα ώστε να μπορεί κανείς να διαγνώσει με σιγουριά πρόθεση αρχαϊσμού. Εκεί τίθεται το ερώτημα αν ορισμένα από αυτά τα φαινόμενα θα έπρεπε –όπως, ίσως, στο παράδειγμα της πρώτης παραγράφου- να ερμηνευθούν με πιο σύνθετο τρόπο.
Σε πρόσφατο άρθρο του, με τον ενδεικτικό τίτλο «Για λευκότερα λευκά ελληνικά», ο Γιάννης Χάρης διαπιστώνει τάση «βίαιου εξαρχαϊσμού των πάντων» και επιχειρεί να την τεκμηριώσει με διάφορα παραδείγματα. Ο τρόπος που τα ομαδοποιεί και τα ερμηνεύει επιδέχεται, νομίζω, για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, κάποιες ενστάσεις. Καυτηριάζει, για παράδειγμα, τη σύνταξη με γενική ορισμένων ρημάτων (όπως τα μετέρχομαι, αποποιούμαι), τα οποία «ποτέ δεν συντάσσονταν έτσι». Ένας από τους λόγους που αυτό συμβαίνει ίσως να είναι, πράγματι, η αίσθηση ότι η γενική προσδίδει στη διατύπωση «λογιότερη» χροιά. Εξίσου βάσιμη, όμως, φαίνεται η υπόθεση ότι ένας μέσος (χωρίς γνώσεις αρχαίων ελληνικών) ομιλητής απλά δεν είναι βέβαιος για την πτώση που πρέπει να χρησιμοποιήσει: θα συντάξει ένα ρήμα σαν το αποποιούμαι με γενική ή αιτιατική, αναπαράγοντας απλώς εκείνο που έχει ακούσει από αλλού - όχι για να "αρχαΐσει". Οι όποιοι αρχαϊστές, άλλωστε, μόνο ακούσια θα διαφοροποιούνταν από τη νόρμα της καθαρεύουσας, αφού το τελευταίο που επιθυμούν είναι να τους ελέγχουν για τα ελληνικά τους.
Το ίδιο μπορεί κανείς να πει και για περιπτώσεις όπως τα υβριδικά διανοείτο, αναφέρετο, συζητείτο κτλ: όσο «εσφαλμένα» είναι ως δημοτική, άλλο τόσο είναι και ως καθαρεύουσα. Δύσκολα θα τα χρησιμοποιούσε ένας συνεπής αρχαϊστής. Σε παλιό, διεξοδικότερο άρθρο του ο Χάρης τα χαρακτηρίζει «μαγειρεμένα» - αλλά από ποιον; Η εντύπωσή μου είναι ότι προέκυψαν στη χρήση από την επεξεργασία και απλούστευση (διατήρηση της κατάληξης, αλλά όχι της χρονικής αύξησης) κάποιων ανθεκτικών τύπων της καθαρεύουσας, με βάση το σημερινό γλωσσικό αισθητήριο. Και, πράγματι, τα συζητείτο, διανοείτο μάς είναι πολύ πιο ανεκτά από τα συνεζητείτο, διενοείτο. Ο ίδιος ο Χάρης αναγνωρίζει ότι η χρήση τους οφείλεται, εν μέρει, στο ότι ορισμένοι τύποι του παρατατικού της ΝΕ (π.χ. ωφελούσουν) εμφανίζουν προβλήματα. Εγώ θα πρόσθετα ότι και το συνεπαγόταν π.χ., το οποίο αναφέρει ως ομαλότατο, δεν ακούγεται εξίσου φυσικά με τον παρατατικό δημωδέστερων ρημάτων σε -ομαι (ερχόταν, πλενόταν κτλ.). Κάποιο ρόλο, σε αυτήν την περίπτωση, ίσως παίζει και η βολική διατήρηση του τόνου στην ίδια συλλαβή (συνεπάγεται-συνεπάγετο, συνεπάγεται-συνεπαγόταν). Σημασία, πάντως, έχει ότι και εδώ υπάρχουν αρκετές παράμετροι που πρέπει να εξεταστούν, πριν μιλήσουμε απλώς για ένα φαινόμενο «νέο-καθαρευουσιανισμού».
Σε άλλο σημείο, ο Χάρης ψέγει μία δημοσιογράφο για τη διόρθωση του «Κολοσσού του Μαρουσιού» του Χένρι Μίλερ σε «Κολοσσό του Αμαρουσίου». Το βιβλίο, βέβαια, είναι γνωστό και έτσι (δεν ξέρω αν είχε κυκλοφορήσει παλιότερα με αυτόν τον τίτλο), αλλά η ουσία είναι ότι ο αγγλικός τίτλος «The Colossus of Maroussi» θα μπορούσε κάλλιστα να αποδοθεί ως «Ο Κολοσσός του Αμαρουσίου», αφού πρόκειται για τύπο που χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα: η περιοχή του Αμαρουσίου, το κανάλι του Αμαρουσίου, η ομάδα μπάσκετ του Αμαρουσίου. Από τη στιγμή, άλλωστε, που δεν συνηθίζουμε να λέμε «του Χαλανδριού», «του Καλαμακιού», «του Μενιδιού» κτλ., η γενική «του Μαρουσιού» μάλλον σηκώνει συζήτηση. Αν σε αυτά προσθέσουμε και το υφολογικό μέρος («Ο Κολοσσός του Αμαρουσίου» σίγουρα ακούγεται πιο υποβλητικά), δικαιολογημένα θα απορήσουμε γιατί μία λογική και νόμιμη μεταφραστική επιλογή θα πρέπει, σώνει και καλά, να δηλώνει αρχαϊστική πρόθεση.
Το «οι παίκτες της Εθνικής φυσούν» υποθέτω ότι ξένισε τον Χάρη, όχι μόνο επειδή ο τύπος φυσάνε επικρατεί στην ομιλουμένη, αλλά και επειδή μιλάμε για μπάλα και οι λογιότεροι τύποι φαντάζουν παράταιροι. Στον αθλητικό Τύπο, όμως, είχε αξιοσημείωτη παρουσία η καθαρεύουσα (ειδικά, οι γραφικά διθυραμβικοί τίτλοι των πρωτοσέλιδων παραμένουν αξεπέραστοι) και κάποια κατάλοιπα εκείνης της παράδοσης επιβιώνουν και σήμερα – δίνοντας ένα «χρώμα», θα τολμούσα να πω. Σίγουρα, όμως, δεν είναι πια και καθαρεύουσα το φυσούν, και πολύ περισσότερο, βέβαια, το δημωδέστατο σέρνω: ένας τύπος που επικρατεί συντριπτικά μπορεί να εκτοπίζει σταδιακά (και μάλλον αυτό συμβαίνει εδώ, απ’ ό,τι έχω παρατηρήσει) έναν αδύναμο ακόμα και από στερεότυπες φράσεις όπως το «τα σούρνω σε κάποιον». Περισσότερο από «γλωσσικό ευπρεπισμό» τέτοιες περιπτώσεις δείχνουν γλωσσική δυναμική. Το ίδιο ισχύει και για τον τύπο λεν, που αναφέρει ο Χάρης, ο οποίος επειδή ακριβώς δεν είναι ισότιμος στη χρήση με το λένε (τον ποταμό μπορεί να τον «λεν» Ιλισό, αλλά δεν έχω ακούσει, πρόσφατα, κανέναν να συστήνεται: «Με λεν τάδε»), πολλοί θεωρούν ότι δεν είναι αυτόνομος και τον γράφουν με απόστροφο.
Εφόσον διαπιστώνουμε, έπειτα, την ευρεία σύγχυση που υπάρχει μεταξύ του σαν και του ως, και θεωρούμε ότι είναι φυσικό -και όχι, κατ’ ανάγκη, κατακριτέο- να χρησιμοποιείται το πρώτο στη θέση του δεύτερου (π.χ. «η διδασκαλία της ελληνικής σαν δεύτερης γλώσσας»), τότε γιατί να μην δεχθούμε ότι το ίδιο φυσικά και «αθέλητα» μπορεί κάποτε το δεύτερο να αναλαμβάνει λειτουργίες του πρώτου; Δεν θα ήταν, βέβαια, αβάσιμη η εικασία ότι αρκετοί, όταν αμφιταλαντεύονται μεταξύ των δύο, προτιμούν το ως επειδή το θεωρούν ασφαλέστερο (ως λόγιας προέλευσης που είναι) ή, επειδή το εκλαμβάνουν ως «επισημότερη» εκδοχή τού σαν. Η βασική αιτία όμως, και εδώ, είναι η αβεβαιότητα για το τι είναι σωστό και τι λάθος. Αν συμφωνούμε ότι πρέπει να είμαστε ελαστικοί απέναντι σε τέτοιου είδους «σφάλματα», θα πρέπει να τηρούμε αυτή τη στάση και προς τις δύο κατευθύνσεις. Μου φαίνεται π.χ. υπερβολική η αντίδραση του Χάρη για τον τίτλο της εκπομπής «Ωραίοι ως Έλληνες» - από τη στιγμή, μάλιστα, που υπάρχει μία πειστική εξήγηση (αυτή που του έδωσε ο φίλος του) για τη χρήση τού ως σε αυτήν την περίπτωση.
Θα συνεχίσω στο επόμενο σημείωμα. Εκείνο που προσπάθησα για την ώρα να δείξω, με αφορμή το άρθρο του Γιάννη Χάρη, είναι ότι γλωσσικά φαινόμενα που επηρεάζονται πιθανώς από ιδεολογικούς παράγοντες, καλό είναι να μην ερμηνεύονται στενά ιδεολογικά όταν παρατηρούνται σε υπολογίσιμη έκταση. Κάτι που απαντάται ευρέως στη γλωσσική χρήση είναι απίθανο να οφείλει την παρουσία του μόνο στην ιδεολογία μιας μερίδας ομιλητών.
* Διευκρίνιση: Ο παράλληλος σχολιασμός, αυτόν τον καιρό, απόψεων του κ. Χάρη από διάφορα γλωσσολόγια οφείλεται σε απλή σύμπτωση.
Αν και τα γλωσσικά πράγματα στην Ελλάδα έχουν αλλάξει από τότε, δεν λείπει ούτε σήμερα η κριτική για αρχαϊστικά φαινόμενα. Μερικές φορές (όπως όταν χρησιμοποιούνται τελείως παράταιροι τύποι της καθαρεύουσας: της γλώσσης, η άποψις, το βιβλίον κτλ.) αυτά μπορούν να αποδοθούν, με σχετική ασφάλεια, σε κίνητρα ιδεολογικά. Σε άλλες, όμως, κοινότερες περιπτώσεις, τα πράγματα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα ώστε να μπορεί κανείς να διαγνώσει με σιγουριά πρόθεση αρχαϊσμού. Εκεί τίθεται το ερώτημα αν ορισμένα από αυτά τα φαινόμενα θα έπρεπε –όπως, ίσως, στο παράδειγμα της πρώτης παραγράφου- να ερμηνευθούν με πιο σύνθετο τρόπο.
Σε πρόσφατο άρθρο του, με τον ενδεικτικό τίτλο «Για λευκότερα λευκά ελληνικά», ο Γιάννης Χάρης διαπιστώνει τάση «βίαιου εξαρχαϊσμού των πάντων» και επιχειρεί να την τεκμηριώσει με διάφορα παραδείγματα. Ο τρόπος που τα ομαδοποιεί και τα ερμηνεύει επιδέχεται, νομίζω, για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, κάποιες ενστάσεις. Καυτηριάζει, για παράδειγμα, τη σύνταξη με γενική ορισμένων ρημάτων (όπως τα μετέρχομαι, αποποιούμαι), τα οποία «ποτέ δεν συντάσσονταν έτσι». Ένας από τους λόγους που αυτό συμβαίνει ίσως να είναι, πράγματι, η αίσθηση ότι η γενική προσδίδει στη διατύπωση «λογιότερη» χροιά. Εξίσου βάσιμη, όμως, φαίνεται η υπόθεση ότι ένας μέσος (χωρίς γνώσεις αρχαίων ελληνικών) ομιλητής απλά δεν είναι βέβαιος για την πτώση που πρέπει να χρησιμοποιήσει: θα συντάξει ένα ρήμα σαν το αποποιούμαι με γενική ή αιτιατική, αναπαράγοντας απλώς εκείνο που έχει ακούσει από αλλού - όχι για να "αρχαΐσει". Οι όποιοι αρχαϊστές, άλλωστε, μόνο ακούσια θα διαφοροποιούνταν από τη νόρμα της καθαρεύουσας, αφού το τελευταίο που επιθυμούν είναι να τους ελέγχουν για τα ελληνικά τους.
Το ίδιο μπορεί κανείς να πει και για περιπτώσεις όπως τα υβριδικά διανοείτο, αναφέρετο, συζητείτο κτλ: όσο «εσφαλμένα» είναι ως δημοτική, άλλο τόσο είναι και ως καθαρεύουσα. Δύσκολα θα τα χρησιμοποιούσε ένας συνεπής αρχαϊστής. Σε παλιό, διεξοδικότερο άρθρο του ο Χάρης τα χαρακτηρίζει «μαγειρεμένα» - αλλά από ποιον; Η εντύπωσή μου είναι ότι προέκυψαν στη χρήση από την επεξεργασία και απλούστευση (διατήρηση της κατάληξης, αλλά όχι της χρονικής αύξησης) κάποιων ανθεκτικών τύπων της καθαρεύουσας, με βάση το σημερινό γλωσσικό αισθητήριο. Και, πράγματι, τα συζητείτο, διανοείτο μάς είναι πολύ πιο ανεκτά από τα συνεζητείτο, διενοείτο. Ο ίδιος ο Χάρης αναγνωρίζει ότι η χρήση τους οφείλεται, εν μέρει, στο ότι ορισμένοι τύποι του παρατατικού της ΝΕ (π.χ. ωφελούσουν) εμφανίζουν προβλήματα. Εγώ θα πρόσθετα ότι και το συνεπαγόταν π.χ., το οποίο αναφέρει ως ομαλότατο, δεν ακούγεται εξίσου φυσικά με τον παρατατικό δημωδέστερων ρημάτων σε -ομαι (ερχόταν, πλενόταν κτλ.). Κάποιο ρόλο, σε αυτήν την περίπτωση, ίσως παίζει και η βολική διατήρηση του τόνου στην ίδια συλλαβή (συνεπάγεται-συνεπάγετο, συνεπάγεται-συνεπαγόταν). Σημασία, πάντως, έχει ότι και εδώ υπάρχουν αρκετές παράμετροι που πρέπει να εξεταστούν, πριν μιλήσουμε απλώς για ένα φαινόμενο «νέο-καθαρευουσιανισμού».
Σε άλλο σημείο, ο Χάρης ψέγει μία δημοσιογράφο για τη διόρθωση του «Κολοσσού του Μαρουσιού» του Χένρι Μίλερ σε «Κολοσσό του Αμαρουσίου». Το βιβλίο, βέβαια, είναι γνωστό και έτσι (δεν ξέρω αν είχε κυκλοφορήσει παλιότερα με αυτόν τον τίτλο), αλλά η ουσία είναι ότι ο αγγλικός τίτλος «The Colossus of Maroussi» θα μπορούσε κάλλιστα να αποδοθεί ως «Ο Κολοσσός του Αμαρουσίου», αφού πρόκειται για τύπο που χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα: η περιοχή του Αμαρουσίου, το κανάλι του Αμαρουσίου, η ομάδα μπάσκετ του Αμαρουσίου. Από τη στιγμή, άλλωστε, που δεν συνηθίζουμε να λέμε «του Χαλανδριού», «του Καλαμακιού», «του Μενιδιού» κτλ., η γενική «του Μαρουσιού» μάλλον σηκώνει συζήτηση. Αν σε αυτά προσθέσουμε και το υφολογικό μέρος («Ο Κολοσσός του Αμαρουσίου» σίγουρα ακούγεται πιο υποβλητικά), δικαιολογημένα θα απορήσουμε γιατί μία λογική και νόμιμη μεταφραστική επιλογή θα πρέπει, σώνει και καλά, να δηλώνει αρχαϊστική πρόθεση.
Το «οι παίκτες της Εθνικής φυσούν» υποθέτω ότι ξένισε τον Χάρη, όχι μόνο επειδή ο τύπος φυσάνε επικρατεί στην ομιλουμένη, αλλά και επειδή μιλάμε για μπάλα και οι λογιότεροι τύποι φαντάζουν παράταιροι. Στον αθλητικό Τύπο, όμως, είχε αξιοσημείωτη παρουσία η καθαρεύουσα (ειδικά, οι γραφικά διθυραμβικοί τίτλοι των πρωτοσέλιδων παραμένουν αξεπέραστοι) και κάποια κατάλοιπα εκείνης της παράδοσης επιβιώνουν και σήμερα – δίνοντας ένα «χρώμα», θα τολμούσα να πω. Σίγουρα, όμως, δεν είναι πια και καθαρεύουσα το φυσούν, και πολύ περισσότερο, βέβαια, το δημωδέστατο σέρνω: ένας τύπος που επικρατεί συντριπτικά μπορεί να εκτοπίζει σταδιακά (και μάλλον αυτό συμβαίνει εδώ, απ’ ό,τι έχω παρατηρήσει) έναν αδύναμο ακόμα και από στερεότυπες φράσεις όπως το «τα σούρνω σε κάποιον». Περισσότερο από «γλωσσικό ευπρεπισμό» τέτοιες περιπτώσεις δείχνουν γλωσσική δυναμική. Το ίδιο ισχύει και για τον τύπο λεν, που αναφέρει ο Χάρης, ο οποίος επειδή ακριβώς δεν είναι ισότιμος στη χρήση με το λένε (τον ποταμό μπορεί να τον «λεν» Ιλισό, αλλά δεν έχω ακούσει, πρόσφατα, κανέναν να συστήνεται: «Με λεν τάδε»), πολλοί θεωρούν ότι δεν είναι αυτόνομος και τον γράφουν με απόστροφο.
Εφόσον διαπιστώνουμε, έπειτα, την ευρεία σύγχυση που υπάρχει μεταξύ του σαν και του ως, και θεωρούμε ότι είναι φυσικό -και όχι, κατ’ ανάγκη, κατακριτέο- να χρησιμοποιείται το πρώτο στη θέση του δεύτερου (π.χ. «η διδασκαλία της ελληνικής σαν δεύτερης γλώσσας»), τότε γιατί να μην δεχθούμε ότι το ίδιο φυσικά και «αθέλητα» μπορεί κάποτε το δεύτερο να αναλαμβάνει λειτουργίες του πρώτου; Δεν θα ήταν, βέβαια, αβάσιμη η εικασία ότι αρκετοί, όταν αμφιταλαντεύονται μεταξύ των δύο, προτιμούν το ως επειδή το θεωρούν ασφαλέστερο (ως λόγιας προέλευσης που είναι) ή, επειδή το εκλαμβάνουν ως «επισημότερη» εκδοχή τού σαν. Η βασική αιτία όμως, και εδώ, είναι η αβεβαιότητα για το τι είναι σωστό και τι λάθος. Αν συμφωνούμε ότι πρέπει να είμαστε ελαστικοί απέναντι σε τέτοιου είδους «σφάλματα», θα πρέπει να τηρούμε αυτή τη στάση και προς τις δύο κατευθύνσεις. Μου φαίνεται π.χ. υπερβολική η αντίδραση του Χάρη για τον τίτλο της εκπομπής «Ωραίοι ως Έλληνες» - από τη στιγμή, μάλιστα, που υπάρχει μία πειστική εξήγηση (αυτή που του έδωσε ο φίλος του) για τη χρήση τού ως σε αυτήν την περίπτωση.
Θα συνεχίσω στο επόμενο σημείωμα. Εκείνο που προσπάθησα για την ώρα να δείξω, με αφορμή το άρθρο του Γιάννη Χάρη, είναι ότι γλωσσικά φαινόμενα που επηρεάζονται πιθανώς από ιδεολογικούς παράγοντες, καλό είναι να μην ερμηνεύονται στενά ιδεολογικά όταν παρατηρούνται σε υπολογίσιμη έκταση. Κάτι που απαντάται ευρέως στη γλωσσική χρήση είναι απίθανο να οφείλει την παρουσία του μόνο στην ιδεολογία μιας μερίδας ομιλητών.
* Διευκρίνιση: Ο παράλληλος σχολιασμός, αυτόν τον καιρό, απόψεων του κ. Χάρη από διάφορα γλωσσολόγια οφείλεται σε απλή σύμπτωση.
Τρίτη, Νοεμβρίου 21, 2006
Η επικρατούσα άποψις
Δεν μου διέφυγε το σχόλιο που έγινε πρόσφατα σε ένα παλιότερο σημείωμα – απλώς, έψαχνα για το βιβλίο του Μπιρτ (τον οποίο επικαλείται ο σχολιαστής) για να δω τι ακριβώς αναφέρει:
Το ακριβές είναι ότι λες χοντρές ανακρίβειες. Ποιοι είναι οι ακραίοι εξωεπιστημονικοί κύκλοι; Ο διάσημος Αρθούρος Έβανς; Ο καθηγητής κλασσικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο του Μαμβούργου Θεόδωρος Μπιρτ; Ο καθηγητής του πανεπιστημίου της Σόφιας Βλαδίμηρος Γκεοργκήεφ; Ακραίοι και εξωεπιστημονικοί είναι αυτοί και πολλοί άλλοι διαπρεπείς επιστήμονες που δέχονται την ελληνικότητα του αλφαβήτου; Διάβασε και τίποτα άλλο εκτός από τα βιβλία του Μπαμπινιώτη και μετά τα ξαναλέμε.
Στο μεταξύ, βέβαια, απάντησε επαρκώς και τεκμηριωμένα ένας δεύτερος σχολιαστής (στο τέλος του θρεντ). Το βιβλίο από το οποίο έχει αντλήσει την πληροφόρησή του ο πρώτος φαίνεται να είναι, πράγματι, το «Ελληνικόν Αλφάβητον» του κ. Πλεύρη. Αναφέρονται και εκεί οι συγκεκριμένοι επιστήμονες, με τους τίτλους τους πανομοιότυπα διατυπωμένους και με τα μικρά τους ονόματα, όπως στο σχόλιο, εξελληνισμένα. Ιδίως όμως η αρνητική αναφορά στον Μπαμπινιώτη (με τον οποίο ο Πλεύρης είχε μεγάλη κόντρα) δεν νομίζω να είναι συμπτωματική.
Το συγκεκριμένο βιβλίο έχει ενδιαφέρον από την άποψη ότι, με άξονα ένα από τα βασικά θέματα (αλφάβητο) στην ατζέντα των υπερελληνοκεντρικών, μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τον τρόπο με τον οποίο είχε αρχίσει να αναπτύσσεται η εγχώρια εθνικιστική παραεπιστήμη πριν την αποφασιστική ώθηση που της έδωσε, κατά τη δεκαετία του ’90, η ιδιωτική τηλεόραση. Και ο ίδιος ο Πλεύρης, βέβαια, μέσω της τηλεόρασης έγινε ευρύτερα γνωστός, αλλά ήταν εκείνος που είχε ξεκινήσει τον θόρυβο (με δικαστήρια, επιστολές στις εφημερίδες, επιθέσεις κατά πανεπιστημιακών) για το θέμα του αλφαβήτου ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’80.
Γίνεται, λοιπόν, λόγος για «διαπρεπείς επιστήμονες που δέχονται την ελληνικότητα του αλφαβήτου». Τι σημαίνει «ελληνικότητα» σε αυτήν την περίπτωση; Μάλλον ότι η ελληνική αλφαβητική γραφή αποτελεί εξέλιξη προγενέστερων ελληνικών γραφών και ότι συστήματα γραφής άλλων γλωσσών δεν επέδρασαν καθόλου στη διαμόρφωσή της. Ο Πλεύρης, μάλιστα, υποστηρίζει ευθαρσώς ότι η επιστήμη έχει απορρίψει πλέον την άποψη περί φοινικικής προελεύσεως του ελληνικού αλφαβήτου και ότι μόνο στην Ελλάδα επικρατεί ακόμα το «Φοινικικόν ψεύδος». Παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του:
«Σήμερον η επικρατούσα άποψις είναι η αποδειχθείσα θέσις του διασήμου Άγγλου αρχαιολόγου Αρθ. Έβανς ότι το Ελληνικό και το Φοινικικό αλφάβητο προέρχονται εκ του αρχαιοκρητικού. Η άποψις αυτή υποστηρίζεται τώρα στα ξένα πανεπιστήμια και μάλιστα ο επιφανής Γερμανός καθηγητής της κλασσικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο του Μαρβούργου Θεόδωρος Μπιρτ, στο έργον του: Ο Μέγας Αλέξανδρος και ο Παγκόσμιος Ελληνισμός, που εκυκλοφόρησε και στα Ελληνικά (εκδ. Δαρέμα, σελ 146), δίχως την παραμικράν αμφιβολίαν διαβεβαιώνει: είναι μύθος ότι οι Φοίνικες επενόησαν το αλφάβητον».
Ο Μπιρτ (το βρήκα τελικά το βιβλίο του) γράφει συγκεκριμένα για τους Φοίνικες: «ικανοί και τολμηροί επιχειρηματίαι, ουδόλως όμως άνθρωποι των επιστημών και των πνευματικών ανακαλύψεων. Είναι μύθος το ότι οι Φοίνικες επενόησαν το αλφάβητον, εις τον οποίον όμως επίστευον και οι Έλληνες.» Παραβλέπουμε το ότι ο Πλεύρης έχει «σουλουπώσει» ελαφρώς το απόσπασμα, παραλείποντας το σημείο περί του τι πίστευαν οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες. Το θέμα είναι ότι ο Μπιρτ περιορίζεται στα παραπάνω, χωρίς να διευκρινίζει ποια ακριβώς από τις -πολλές και διάφορες- θεωρίες γύρω από την προέλευση της φοινικικής γραφής ασπάζεται. Παρ' όλα αυτά, ο Πλεύρης επικαλείται επανειλημμένως στο βιβλίο του αυτή τη φευγαλέα αναφορά του Γερμανού καθηγητή ως απόδειξη, παρακαλώ, του ότι «η άποψις αυτή (περί αρχαιοκρητικής καταγωγής) υποστηρίζεται τώρα στα ξένα πανεπιστήμια»! Εκτός του ότι η θέση του Μπιρτ για το ζήτημα δεν συνέπιπτε, πιθανότατα, με αυτήν του Πλεύρη, αρκεί η κοινή λογική για να αντιληφθείς ότι μία άποψη που επικρατεί στον επιστημονικό χώρο μπορείς να τη βρεις παντού, σε πάμπολλα συγγράμματα, όπου αναπτύσσεται τεκμηριωμένα. Τι είδους «επικρατούσα άποψη» είναι αυτή που για να αποδείξει κάποιος την ύπαρξή της είναι υποχρεωμένος να ανασύρει μέχρι και ξεκάρφωτα, ασαφή χωρία από ένα βιβλίο του 1925 για τον Μ. Αλέξανδρο;
Η θέση που φαίνεται να συγκεντρώνει την αποδοχή των περισσότερων επιστημόνων σήμερα, ενισχυμένη και από πρόσφατες αρχαιολογικές ανακαλύψεις, είναι ότι η φοινικική γραφή έχει προέλευση αιγυπτιακή. Και 100%, όμως, αν υποθέταμε ότι ίσχυε η λεγόμενη κρητική θεωρία (η οποία, πάντως, ουδέποτε υπήρξε ιδιαίτερα «δημοφιλής» στον επιστημονικό χώρο) δεν θα αναιρούταν το γεγονός ότι μεταγενέστεροι ομιλητές της ελληνικής δημιούργησαν για τη γλώσσα τους ένα νέο σύστημα γραφής χρησιμοποιώντας ως πρότυπο τη διαμορφωμένη πια φοινικική γραφή - η οποία υπήρξε πολύ διαφορετική από τη Γραμμική Β. Ήταν, ακριβώς, η δημιουργική προσπάθεια επεξεργασίας και προσαρμογής σε μία άλλη γλώσσα (ελληνικά) των ιδιαιτεροτήτων (σημείωση μόνο των συμφώνων, μικρός αριθμός γραμμάτων) της φοινικικής γραφής αυτό το οποίο "ενέπνευσε" σε κάποιους το λεγόμενο πραγματικό ή πλήρες αλφάβητο. Και δεν επρόκειτο για κάτι το παράδοξο. Η, κάτω από ποικίλες ιστορικές συνθήκες και συγκυρίες, επικοινωνία μεταξύ αλλόγλωσσων πληθυσμών της Μεσογείου έπαιξε, αποδεδειγμένα, αποφασιστικό ρόλο στη σταδιακή εξέλιξη της γραφής.
Για να είμαι δίκαιος, πάντως, το βιβλίο του κ. Πλεύρη είναι συχνά απολαυστικό. Κλείνω με ένα ενδεικτικό απόσπασμα:
«Οι Φοίνικες-Σημίτες, λένε, δεν μας έδωσαν ολόκληρο το αλφάβητο, αλλά μόνο τα σύμφωνα. Τα φωνήεντα τα βρήκαμε εμείς. Πώς γίνεται, λοιπόν, να είμαστε ικανοί να βρίσκουμε φωνήεντα και ανίκανοι να βρίσκουμε σύμφωνα; Γράφαμε οτιδήποτε προφέραμε. Προφέραμε σύμφωνα και φωνήεντα. Με ποια λογική, λοιπόν, μπορέσαμε να σημειώνουμε τα φωνήεντα μόνοι μας, ενώ τα σημεία των συμφώνων χρειάστηκε να τα πάρουμε από τους Φοίνικες;»
------
*Προσθήκη (22/11): Το σημείωμα αυτό συνέπεσε με μία ενδιαφέρουσα συζήτηση για το ίδιο θέμα στη Βικιπαίδεια. Ουσιαστικότατη υπήρξε η συμμετοχή σε αυτήν του Dr Moshe, τον οποίον και ευχαριστώ που με ενημέρωσε.
Το ακριβές είναι ότι λες χοντρές ανακρίβειες. Ποιοι είναι οι ακραίοι εξωεπιστημονικοί κύκλοι; Ο διάσημος Αρθούρος Έβανς; Ο καθηγητής κλασσικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο του Μαμβούργου Θεόδωρος Μπιρτ; Ο καθηγητής του πανεπιστημίου της Σόφιας Βλαδίμηρος Γκεοργκήεφ; Ακραίοι και εξωεπιστημονικοί είναι αυτοί και πολλοί άλλοι διαπρεπείς επιστήμονες που δέχονται την ελληνικότητα του αλφαβήτου; Διάβασε και τίποτα άλλο εκτός από τα βιβλία του Μπαμπινιώτη και μετά τα ξαναλέμε.
Στο μεταξύ, βέβαια, απάντησε επαρκώς και τεκμηριωμένα ένας δεύτερος σχολιαστής (στο τέλος του θρεντ). Το βιβλίο από το οποίο έχει αντλήσει την πληροφόρησή του ο πρώτος φαίνεται να είναι, πράγματι, το «Ελληνικόν Αλφάβητον» του κ. Πλεύρη. Αναφέρονται και εκεί οι συγκεκριμένοι επιστήμονες, με τους τίτλους τους πανομοιότυπα διατυπωμένους και με τα μικρά τους ονόματα, όπως στο σχόλιο, εξελληνισμένα. Ιδίως όμως η αρνητική αναφορά στον Μπαμπινιώτη (με τον οποίο ο Πλεύρης είχε μεγάλη κόντρα) δεν νομίζω να είναι συμπτωματική.
Το συγκεκριμένο βιβλίο έχει ενδιαφέρον από την άποψη ότι, με άξονα ένα από τα βασικά θέματα (αλφάβητο) στην ατζέντα των υπερελληνοκεντρικών, μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τον τρόπο με τον οποίο είχε αρχίσει να αναπτύσσεται η εγχώρια εθνικιστική παραεπιστήμη πριν την αποφασιστική ώθηση που της έδωσε, κατά τη δεκαετία του ’90, η ιδιωτική τηλεόραση. Και ο ίδιος ο Πλεύρης, βέβαια, μέσω της τηλεόρασης έγινε ευρύτερα γνωστός, αλλά ήταν εκείνος που είχε ξεκινήσει τον θόρυβο (με δικαστήρια, επιστολές στις εφημερίδες, επιθέσεις κατά πανεπιστημιακών) για το θέμα του αλφαβήτου ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’80.
Γίνεται, λοιπόν, λόγος για «διαπρεπείς επιστήμονες που δέχονται την ελληνικότητα του αλφαβήτου». Τι σημαίνει «ελληνικότητα» σε αυτήν την περίπτωση; Μάλλον ότι η ελληνική αλφαβητική γραφή αποτελεί εξέλιξη προγενέστερων ελληνικών γραφών και ότι συστήματα γραφής άλλων γλωσσών δεν επέδρασαν καθόλου στη διαμόρφωσή της. Ο Πλεύρης, μάλιστα, υποστηρίζει ευθαρσώς ότι η επιστήμη έχει απορρίψει πλέον την άποψη περί φοινικικής προελεύσεως του ελληνικού αλφαβήτου και ότι μόνο στην Ελλάδα επικρατεί ακόμα το «Φοινικικόν ψεύδος». Παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του:
«Σήμερον η επικρατούσα άποψις είναι η αποδειχθείσα θέσις του διασήμου Άγγλου αρχαιολόγου Αρθ. Έβανς ότι το Ελληνικό και το Φοινικικό αλφάβητο προέρχονται εκ του αρχαιοκρητικού. Η άποψις αυτή υποστηρίζεται τώρα στα ξένα πανεπιστήμια και μάλιστα ο επιφανής Γερμανός καθηγητής της κλασσικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο του Μαρβούργου Θεόδωρος Μπιρτ, στο έργον του: Ο Μέγας Αλέξανδρος και ο Παγκόσμιος Ελληνισμός, που εκυκλοφόρησε και στα Ελληνικά (εκδ. Δαρέμα, σελ 146), δίχως την παραμικράν αμφιβολίαν διαβεβαιώνει: είναι μύθος ότι οι Φοίνικες επενόησαν το αλφάβητον».
Ο Μπιρτ (το βρήκα τελικά το βιβλίο του) γράφει συγκεκριμένα για τους Φοίνικες: «ικανοί και τολμηροί επιχειρηματίαι, ουδόλως όμως άνθρωποι των επιστημών και των πνευματικών ανακαλύψεων. Είναι μύθος το ότι οι Φοίνικες επενόησαν το αλφάβητον, εις τον οποίον όμως επίστευον και οι Έλληνες.» Παραβλέπουμε το ότι ο Πλεύρης έχει «σουλουπώσει» ελαφρώς το απόσπασμα, παραλείποντας το σημείο περί του τι πίστευαν οι ίδιοι οι αρχαίοι Έλληνες. Το θέμα είναι ότι ο Μπιρτ περιορίζεται στα παραπάνω, χωρίς να διευκρινίζει ποια ακριβώς από τις -πολλές και διάφορες- θεωρίες γύρω από την προέλευση της φοινικικής γραφής ασπάζεται. Παρ' όλα αυτά, ο Πλεύρης επικαλείται επανειλημμένως στο βιβλίο του αυτή τη φευγαλέα αναφορά του Γερμανού καθηγητή ως απόδειξη, παρακαλώ, του ότι «η άποψις αυτή (περί αρχαιοκρητικής καταγωγής) υποστηρίζεται τώρα στα ξένα πανεπιστήμια»! Εκτός του ότι η θέση του Μπιρτ για το ζήτημα δεν συνέπιπτε, πιθανότατα, με αυτήν του Πλεύρη, αρκεί η κοινή λογική για να αντιληφθείς ότι μία άποψη που επικρατεί στον επιστημονικό χώρο μπορείς να τη βρεις παντού, σε πάμπολλα συγγράμματα, όπου αναπτύσσεται τεκμηριωμένα. Τι είδους «επικρατούσα άποψη» είναι αυτή που για να αποδείξει κάποιος την ύπαρξή της είναι υποχρεωμένος να ανασύρει μέχρι και ξεκάρφωτα, ασαφή χωρία από ένα βιβλίο του 1925 για τον Μ. Αλέξανδρο;
Η θέση που φαίνεται να συγκεντρώνει την αποδοχή των περισσότερων επιστημόνων σήμερα, ενισχυμένη και από πρόσφατες αρχαιολογικές ανακαλύψεις, είναι ότι η φοινικική γραφή έχει προέλευση αιγυπτιακή. Και 100%, όμως, αν υποθέταμε ότι ίσχυε η λεγόμενη κρητική θεωρία (η οποία, πάντως, ουδέποτε υπήρξε ιδιαίτερα «δημοφιλής» στον επιστημονικό χώρο) δεν θα αναιρούταν το γεγονός ότι μεταγενέστεροι ομιλητές της ελληνικής δημιούργησαν για τη γλώσσα τους ένα νέο σύστημα γραφής χρησιμοποιώντας ως πρότυπο τη διαμορφωμένη πια φοινικική γραφή - η οποία υπήρξε πολύ διαφορετική από τη Γραμμική Β. Ήταν, ακριβώς, η δημιουργική προσπάθεια επεξεργασίας και προσαρμογής σε μία άλλη γλώσσα (ελληνικά) των ιδιαιτεροτήτων (σημείωση μόνο των συμφώνων, μικρός αριθμός γραμμάτων) της φοινικικής γραφής αυτό το οποίο "ενέπνευσε" σε κάποιους το λεγόμενο πραγματικό ή πλήρες αλφάβητο. Και δεν επρόκειτο για κάτι το παράδοξο. Η, κάτω από ποικίλες ιστορικές συνθήκες και συγκυρίες, επικοινωνία μεταξύ αλλόγλωσσων πληθυσμών της Μεσογείου έπαιξε, αποδεδειγμένα, αποφασιστικό ρόλο στη σταδιακή εξέλιξη της γραφής.
Για να είμαι δίκαιος, πάντως, το βιβλίο του κ. Πλεύρη είναι συχνά απολαυστικό. Κλείνω με ένα ενδεικτικό απόσπασμα:
«Οι Φοίνικες-Σημίτες, λένε, δεν μας έδωσαν ολόκληρο το αλφάβητο, αλλά μόνο τα σύμφωνα. Τα φωνήεντα τα βρήκαμε εμείς. Πώς γίνεται, λοιπόν, να είμαστε ικανοί να βρίσκουμε φωνήεντα και ανίκανοι να βρίσκουμε σύμφωνα; Γράφαμε οτιδήποτε προφέραμε. Προφέραμε σύμφωνα και φωνήεντα. Με ποια λογική, λοιπόν, μπορέσαμε να σημειώνουμε τα φωνήεντα μόνοι μας, ενώ τα σημεία των συμφώνων χρειάστηκε να τα πάρουμε από τους Φοίνικες;»
------
*Προσθήκη (22/11): Το σημείωμα αυτό συνέπεσε με μία ενδιαφέρουσα συζήτηση για το ίδιο θέμα στη Βικιπαίδεια. Ουσιαστικότατη υπήρξε η συμμετοχή σε αυτήν του Dr Moshe, τον οποίον και ευχαριστώ που με ενημέρωσε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)