Ξανακοίταζα αυτές τις μέρες τις «Συμβάσεις που ακολουθούνται στην ετυμολογία» του Λεξικού Τριανταφυλλίδη. Το άρθρο το έχει γράψει ο καθηγητής Πετρούνιας, ο οποίος φέρνει κάπου για παράδειγμα το θέατρο και συγγενικές του λέξεις. Μου τράβηξε την προσοχή η λέξη θεατρώνης. Aν και αναφέρεται ως λόγιο δάνειο από την ελληνιστική κοινή, ήμουν αρκετά σίγουρος ότι την είχα συναντήσει σε παλιότερο κείμενο.
Καταρχάς, όπως διαπίστωσα μέσω του Thesaurus Linguae Graecae, πρόκειται για λέξη άπαξ, απαντά δηλ. μόνο μια φορά στην αρχαία, ελληνιστική και μεσαιωνική γραμματεία. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι σπάνιζε σαν λέξη - μπορεί απλώς να δείχνει την αδιαφορία των συγγραφέων για ένα τέτοιο επάγγελμα. (Tο ίδιο ισχύει, άλλωστε, και για το συνώνυμο θεατροπώλης.) Δεν αποκλείεται, επίσης, να βρίσκεται και σε κείμενα εκτός της κύριας γραμματείας (ιδιωτικές επιστολές, συμβόλαια κτλ.). Εκτός, όμως, του ότι θεωρώ αμφίβολη τη λεξικογραφική αξιοποίηση αυτού του υλικού, είναι απίθανο ένα λόγιο δάνειο να προέρχεται από τέτοιες δυσπρόσιτες και φιλολογικά αδιάφορες πηγές (άγνωστες άλλωστε, εν πολλοίς, μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα). Οπότε το θεατρώνης πιθανότατα αλιεύθηκε από το μοναδικό γνωστό κείμενο στο οποίο απαντά: τους «Χαρακτήρες» του Θεόφραστου.
Είναι σαφής, λοιπόν, η παρουσία της λέξης (για την ακρίβεια, του τύπου θεατρώναι στον Χαρακτήρα του αισχροκερδούς), σε κείμενο που χρονολογείται στο 319 π.Χ. Ο Πετρούνιας γράφει στην αρχή του άρθρου του ότι η ελληνιστική κοινή είναι «η γλώσσα που διαμορφώθηκε περίπου από τον 4ο προς τον 3ο αιώνα π.Χ μέχρι τον 4ο με 5ο αιώνα μ.Χ, και που από άποψη πολιτικής ιστορίας αντιστοιχεί στην εποχή των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου και τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.» Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι την επομένη του θανάτου του Αλεξάνδρου άρχισαν κιόλας να μιλούν «ελληνιστικά». Απλώς, σε εκείνη περίπου την περίοδο τοποθετείται η αφετηρία των αλλαγών που οδήγησαν (όχι από τη μια μέρα στην άλλη, προφανώς) στη συγκεκριμένη γλωσσική μορφή. Όταν διαβάζεις, λοιπόν, ότι η τάδε λέξη είναι ελληνιστική, δύσκολα πηγαίνει το μυαλό σου στην Αθήνα του 4ου π.Χ. αιώνα.
Στέκομαι στο συγκεκριμένο παράδειγμα επειδή είναι ενδεικτικό κάποιων λεξικογραφικών αδυναμιών που εξακολουθούν να υπάρχουν - παρά την αξιέπαινη εργασία επιστημόνων όπως ο Ε. Πετρούνιας. Έτσι, χωρίς να παραβλέπουμε την ανάγκη αναφοράς στις διάφορες φάσεις της ελληνικής γλώσσας κατά την ετυμολόγηση, ας μην παραγνωρίζουμε και τα προβλήματα που δημιουργεί η χρήση άκαμπτων χρονολογικών κριτηρίων. Αν δηλαδή το θεατρώνης απαντούσε σε κείμενο γραμμένο λίγες δεκαετίες νωρίτερα (κάτι που θα μπορούσε να είχε συμβεί, αφού λογικά θα υπήρχε στη χρήση και τότε) θα λέγαμε ότι είναι λέξη της αρχαίας ελληνικής; Ενώ τώρα τη θεωρούμε λέξη της ελληνιστικής κοινής έστω κι αν, στην πραγματικότητα, δεν απαντά σε κανένα έργο της ελληνιστικής γραμματείας;
Στο λεξικό Μπαμπινιώτη, αν αναρωτιέται κανείς, η λέξη χαρακτηρίζεται μεταγενέστερη. ;)
Σάββατο, Απριλίου 05, 2008
Σάββατο, Ιανουαρίου 26, 2008
Η Γλώσσα είναι η μάνα μου...
... ο πατέρας μου, ο άντρας μου, ο αδερφός μου, η αδερφή μου, η πόρνη μου, η μετρέσα μου, η ταμίας που μου χτυπάει τα ψώνια στο σούπερ μάρκετ.
Η Γλώσσα είναι ένα δωρεάν δείγμα καθαριστικού υγρού με άρωμα λεμόνι ή ένα εύχρηστο μαντηλάκι μιας χρήσης.
Η Γλώσσα είναι η ανάσα του Θεού.
Η Γλώσσα είναι οι δροσοσταλίδες πάνω σε ένα φρέσκο μήλο.
Είναι η απαλή βροχή από σκόνη που βλέπεις να πέφτει μέσα σε μια δέσμη από πρωινό φως, καθώς τραβάς από το παλιό ράφι της βιβλιοθήκης ένα μισοξεχασμένο βιβλίο ερωτικών απομνημονευμάτων.
Η Γλώσσα είναι το τρίξιμο μιας σκάλας.
Είναι ένα σπίρτο που τσιτσιρίζει καθώς το κρατάς πάνω στο παγωμένο τζάμι.
Είναι η θολή ανάμνηση ενός παιδικού πάρτι γενεθλίων.
Είναι το ζεστό, υγρό, όλο εμπιστοσύνη άγγιγμα μιας ξέχειλης μωρουδιακής πάνας.
Το κουφάρι ενός απανθρακωμένου τανκ.
Η βάση ενός γρανιτένιου ογκόλιθου.
Οι τρίχες που αρχίζουν να φυτρώνουν στο πανωχείλι ενός κοριτσιού από τη Μεσόγειο.
Αραχνιές που πριν από καιρό πέρασε από πάνω τους μια παλιά γαλότσα.
Υ.Γ. Ας μου συγχωρεθεί το δεύτερο συνεχόμενο βιντεάκι, αλλά μου άρεσε περισσότερο και από το προηγούμενο. Μετέφρασα μόνο το τελευταίο μέρος του σκετς (όσοι ασχολούνται, ιδίως, με τα γλωσσολογικά νομίζω ότι θα βρουν απολαυστικό και το υπόλοιπο).
Σάββατο, Δεκεμβρίου 29, 2007
Το τελικόν πλήγμα κατά των Φοινικιστών
"Μόνο αυτό αρκεί να ανατρέψει τη θεωρία ότι εμείς αντιγράψαμε το αλφάβητο από τους Φοίνικες".
Υ.Γ. Μία μικρή διόρθωση μόνο (χωρίς να θέλω να αμφισβητήσω τις γνώσεις του -απολαυστικού πάντοτε- κ. Πλεύρη): Το "άλεφ" δεν προφερόταν "s" στα φοινικικά...
Παρασκευή, Ιουνίου 01, 2007
Για την Αμαλία
Σε μια εποχή που ο λαϊκίστικος καταγγελτισμός κυριαρχεί στα ΜΜΕ και που το να τα λέει κανείς "έξω από τα δόντια" φαίνεται πια να προϋποθέτει όχι τόσο έλλειψη φόβου, όσο σοβαρότητας, μένεις εμβρόντητος στο ξαφνικό άκουσμα μιας τόσο γνήσιας, καθαρής και θαρραλέας φωνής. Τουλάχιστον, πρόλαβε η Αμαλία να δει τον αντίκτυπο που είχαν τα γραπτά της και να εισπράξει λίγο από τον θαυμασμό και την αγάπη που της άξιζαν.
Κυριακή, Μαρτίου 04, 2007
Συμπληρώσαμε πεντάδα
Ευχαριστώ τον Τέττιγα για την πρόσκληση. Δεν έχω να προσκαλέσω άλλους εγώ, αφού στο γλωσσοχώρι είμαστε μάλλον ιστολογικώς ακοινώνητοι. ;)
1. Τυφλή εμπιστοσύνη σε λεξικό δεν ξανάδειξα από τότε που προσπάθησα ανεπιτυχώς, σε κάποια από τις μεσαίες τάξεις του δημοτικού, να πείσω τον δάσκαλο και τους ξεκαρδισμένους συμμαθητές ότι μόνο ο τύπος παντούφλα ήταν σωστός, ενώ το παντόφλα (που λέγαμε όλοι τότε) λάθος, μιας και δεν το ανέφερε το "ορθογραφικό-ερμηνευτικό" που είχα.
2. Στη διάρκεια της εφηβείας μου είχα περάσει κι εγώ, όπως ο Τέττιξ, μία φάση μεταφυσικών αντιλήψεων γύρω από την ελληνική γλώσσα. Θυμάμαι πόσο είχα ενθουσιαστεί όταν είδα σε μία ιατρική εγκυκλοπαίδεια ότι η γυναικεία μήτρα μοιάζει, κάπως, με ανάποδο δέλτα. «Δελφύς ίσον το φύον δέλτα!», ανέκραξα.
3. Επειδή στο σχολείο είχα κερδίσει χρόνο, ήμουν ο νεότερος στην τάξη μέχρι και την αποφοίτησή μου από το λύκειο. Στο πανεπιστήμιο, επίσης, ήμουν από τους πιο μικρούς. Μεγάλωσα απότομα στον στρατό, όπου βρέθηκα να συναναστρέφομαι παιδιά που περνούσα μέχρι και πέντε χρόνια. Περισσότερο άβολα είχα αισθανθεί όταν χρειάστηκε να διαβεβαιώσω έναν-δύο (κάπως πιο ψαρωμένους) από αυτούς ότι ο πληθυντικός δεν ήταν απαραίτητος όταν μου απηύθυναν τον λόγο.
4. Από παιχνίδια, στον υπολογιστή μου έχω εγκατεστημένο μόνο ένα ποδοσφαιράκι, το οποίο «τιμώ» καμιά φορά. Όπως έχω διαδικτυακώς διαπιστώσει, το ίδιο παιχνίδι αποτελεί αγαπημένη ασχολία για σοβαρούς επαγγελματίες και καθ’ όλα σεβαστούς οικογενειάρχες από όλη την Ευρώπη. Όχι ότι τους είναι πάντοτε εύκολο: ένας Γάλλος με ενημέρωσε, τις προάλλες, ότι έπρεπε να εγκαταλείψει τον αγώνα μας επειδή ο γιος του είχε αρχίσει να κλαίει. «Πες του ότι θα τον αφήσεις να παίξει αργότερα», του έγραψα - αλλά είχε αποσυνδεθεί ήδη.
5. Μιας και πιάσαμε τα ποδοσφαιρικά, στο μοναδικό δεκατριάρι τής ζωής μου είχα παίξει «στάνταρ άσσο» αγώνα που η Ελλάδα ήταν φιλοξενούμενη. Ίσως ακούγεται άσχημα αυτό, αλλά εκείνη την εποχή (κάμποσα χρόνια πριν την κατάκτηση του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος) μόνο τέτοιες χαρές θα μπορούσε να περιμένει κανείς από την εθνική μας.
1. Τυφλή εμπιστοσύνη σε λεξικό δεν ξανάδειξα από τότε που προσπάθησα ανεπιτυχώς, σε κάποια από τις μεσαίες τάξεις του δημοτικού, να πείσω τον δάσκαλο και τους ξεκαρδισμένους συμμαθητές ότι μόνο ο τύπος παντούφλα ήταν σωστός, ενώ το παντόφλα (που λέγαμε όλοι τότε) λάθος, μιας και δεν το ανέφερε το "ορθογραφικό-ερμηνευτικό" που είχα.
2. Στη διάρκεια της εφηβείας μου είχα περάσει κι εγώ, όπως ο Τέττιξ, μία φάση μεταφυσικών αντιλήψεων γύρω από την ελληνική γλώσσα. Θυμάμαι πόσο είχα ενθουσιαστεί όταν είδα σε μία ιατρική εγκυκλοπαίδεια ότι η γυναικεία μήτρα μοιάζει, κάπως, με ανάποδο δέλτα. «Δελφύς ίσον το φύον δέλτα!», ανέκραξα.
3. Επειδή στο σχολείο είχα κερδίσει χρόνο, ήμουν ο νεότερος στην τάξη μέχρι και την αποφοίτησή μου από το λύκειο. Στο πανεπιστήμιο, επίσης, ήμουν από τους πιο μικρούς. Μεγάλωσα απότομα στον στρατό, όπου βρέθηκα να συναναστρέφομαι παιδιά που περνούσα μέχρι και πέντε χρόνια. Περισσότερο άβολα είχα αισθανθεί όταν χρειάστηκε να διαβεβαιώσω έναν-δύο (κάπως πιο ψαρωμένους) από αυτούς ότι ο πληθυντικός δεν ήταν απαραίτητος όταν μου απηύθυναν τον λόγο.
4. Από παιχνίδια, στον υπολογιστή μου έχω εγκατεστημένο μόνο ένα ποδοσφαιράκι, το οποίο «τιμώ» καμιά φορά. Όπως έχω διαδικτυακώς διαπιστώσει, το ίδιο παιχνίδι αποτελεί αγαπημένη ασχολία για σοβαρούς επαγγελματίες και καθ’ όλα σεβαστούς οικογενειάρχες από όλη την Ευρώπη. Όχι ότι τους είναι πάντοτε εύκολο: ένας Γάλλος με ενημέρωσε, τις προάλλες, ότι έπρεπε να εγκαταλείψει τον αγώνα μας επειδή ο γιος του είχε αρχίσει να κλαίει. «Πες του ότι θα τον αφήσεις να παίξει αργότερα», του έγραψα - αλλά είχε αποσυνδεθεί ήδη.
5. Μιας και πιάσαμε τα ποδοσφαιρικά, στο μοναδικό δεκατριάρι τής ζωής μου είχα παίξει «στάνταρ άσσο» αγώνα που η Ελλάδα ήταν φιλοξενούμενη. Ίσως ακούγεται άσχημα αυτό, αλλά εκείνη την εποχή (κάμποσα χρόνια πριν την κατάκτηση του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος) μόνο τέτοιες χαρές θα μπορούσε να περιμένει κανείς από την εθνική μας.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 18, 2007
Χωρίς νι και σίγμα
«Κανένας πια δεν εργάζεται, όλοι δουλεύουν, κανείς δεν ερευνά, αναζητεί, διερευνά, καταζητεί, όλοι ψάχνουν, κανείς δεν συλλαμβάνεται πλέον, αλλά μόνο πιάνεται, κανένας δεν θέτει το πρόβλημα, αλλά μόνο το βάζει, δεν υπάρχει πια συμμετοχή γονέων παρά μόνο γονιών, τα παιδιά δεν πηγαίνουν σε σχολείο αλλά μόνο σε σχολειό, τίποτα πλέον δεν είναι επιτυχημένο αλλά μόνο πετυχημένο, κι ούτε υπάρχουν υψηλές τιμές, επιδιώξεις κτλ. αλλά μόνο ψηλές.»
Το απόσπασμα είναι από κείμενο που γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του ‘80 και ο τρόπος που παρουσιάζεται εδώ σίγουρα αδικεί τον συντάκτη του, Γιάννη Καλιόρη. Στα βιβλία του βρίσκει κανείς άλλες –καίριες- γλωσσικές παρατηρήσεις, με τις οποίες ο χρόνος φάνηκε σαφώς φιλικότερος. Εκείνη την περίοδο, άλλωστε, υπήρχε όντως μία τάση για γλωσσικές υπερβολές σαν αυτές που αναφέρει. Παρόλα αυτά, δικαιολογημένα θα διέκρινε κανείς μία υπερβολή και στην ίδια την περιγραφή του. Δεν φαίνεται πιθανό, λέξεις όπως συλλαμβάνομαι, θέτω, ερευνώ κ.α., που χρησιμοποιούνται ευρέως σήμερα, ή τύποι λέξεων όπως σχολείο ή υψηλός (με τη μεταφορική σημασία του), οι οποίοι επικρατούν πλέον συντριπτικά, να ήταν υπό εξαφάνιση πριν από είκοσι χρόνια. Ακόμα κι αν υπήρξε τότε μία συνειδητή προσπάθεια περιορισμού των «λόγιων» στοιχείων της γλώσσας, από τα αποτελέσματά της συμπεραίνουμε ότι δεν είχε τις τεράστιες διαστάσεις που της απέδιδε ο Καλιόρης.
Ως «πολεμικά δοκίμια» χαρακτήριζε τα κείμενά του για τη γλώσσα ο τελευταίος - πολεμικές είναι βέβαια, σε μεγάλο βαθμό, και οι γλωσσικές επιφυλλίδες του Γιάννη Χάρη, από το αντίπαλο «στρατόπεδο». Και θεωρώ ότι κανείς από τους δύο δεν αποφεύγει απόλυτα τις παγίδες που κρύβει μία, ορισμένων αφετηριών και στόχων, πολεμική. Εκτός του ότι υπερβάλλουν σαφώς στις περιγραφές τους, αμφότεροι υποτιμούν και υποβαθμίζουν τις μη ιδεολογικές παραμέτρους της γλωσσικής χρήσης: μακροπρόθεσμα, όπως έχει αποδειχθεί στην πράξη, η ίδια η γλώσσα θέτει όρια και φραγμούς στις όποιες ιδεολογικές τάσεις εκδηλώνονται εντός της. Είναι απίθανο να «περάσει», τελικά, κάτι που εναντιώνεται έντονα στο γλωσσικό αισθητήριο. Γι' αυτόν τον λόγο, δεν δικαιολογείται και η κινδυνολογική χροιά που προσλαμβάνουν συχνά τα γραφόμενα των Χάρη και Καλιόρη: σε κάτι άσχημο, ισχυρίζονται, θα οδηγήσουν οι καταγγελλόμενες τάσεις αν δεν αντιμετωπιστούν, κάποια ανεπιθύμητα -ή και καταστροφικά- αποτελέσματα θα επιφέρουν. Για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, θεωρούν ότι η γλώσσα κινδυνεύει.
Η βασική, όμως, αδυναμία αυτού του είδους της κριτικής είναι η μονομέρειά της. Ακόμα κι αν δεν σπανίζουν οι εύστοχες παρατηρήσεις στα γραπτά σοβαρών σχολιαστών όπως οι συγκεκριμένοι, η εικόνα που δίνουν για τη γλωσσική πραγματικότητα είναι μερική και, πιθανότατα, παραπλανητική. Αναφέρθηκα πριν σε κάποιες όχι απολύτως πειστικές περιγραφές του κ. Καλιόρη, ενώ και ο κ. Χάρης δείχνει δυσανάλογα μικρό ενδιαφέρον για άλλες εμφανείς τάσεις πλην αυτών που καταγγέλλει - π.χ. τις χρηστικά αδικαιολόγητες υπερβολές μιας επιδεικτικής αγγλομάθειας, η οποία χαρακτηρίζει ένα σημαντικό μέρος των ελληνικών ΜΜΕ. Βρίσκει κανείς εκείνο που ψάχνει, και το γλωσσικό τοπίο είναι πλέον αρκετά σύνθετο ώστε να προσφέρει σε κάποιον τα παραδείγματα που χρειάζεται για να υποστηρίξει την Α ή τη Β θέση. Όταν, όμως, η κριτική της γλωσσικής χρήσης δεν ξεχωρίζει τα διάφορα επίπεδα, και υπερτονίζει ή υποβαθμίζει φαινόμενα και τάσεις κατ’ επιλογή, τότε δεν λέει όλη την αλήθεια.
Επανερχόμενος στο ζήτημα αν υφίσταται σήμερα κάποια άξια λόγου –ή ανησυχίας- εξαρχαϊστική τάση στη γλώσσα, η δική μου απάντηση είναι αρνητική. Για τους εξής λόγους:
Πρώτον, κάτι τέτοιο δεν συνάγεται από τη συνολική εικόνα. Εκτός κι αν έχεις τεταμένη την προσοχή για να εντοπίζεις τέτοιες περιπτώσεις, δεν αποκομίζεις την εντύπωση «εξαρχαϊσμένου» λόγου από τις σημερινές εφημερίδες και τα περιοδικά, την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, το διαδίκτυο. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι ο «αρχαϊσμός» είναι κάτι συγκεκριμένο (κατά το λεξικό Τριανταφυλλίδη: η χρήση απαρχαιωμένων, ξεπερασμένων τρόπων έκφρασης – λέξεων, φράσεων, τύπων, συντάξεων) και δεν σημαίνει, γενικώς και αορίστως, τον «γλωσσικό ευπρεπισμό». Έτσι, αρκετά από τα παραδείγματα που αναφέρει στο άρθρο του ο Χάρης δεν ανήκουν σε αυτή την κατηγορία, ενώ και αυτά που αποτελούν αρχαϊσμούς είναι είτε κάποιοι παλιότεροι, ανθεκτικοί τύποι, είτε υπερδιορθώσεις. Περίπτωση επανεμφάνισης τύπου της καθαρεύουσας που είχε περιπέσει σε αχρηστία, ο Χάρης δεν αναφέρει καμία (ούτε έχω κι εγώ υπόψη).
Δεύτερον, δεν υφίστανται πλέον οι κοινωνιογλωσσικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη γλωσσικού εξαρχαϊσμού. Η μακραίωνη λόγια παράδοση, στους κόλπους της οποίας αναπτύχθηκαν οι αρχαΐζουσες ποικιλίες της ελληνικής, έφθινε, πολεμήθηκε και εν τέλει τερματίστηκε. Από τους φορείς της εξουσίας, πάλι, που άλλοτε στήριζαν και προσέδιδαν κύρος στην αρχαΐζουσα γλώσσα, μόνο η Εκκλησία τη χρησιμοποιεί ακόμη – αν και, βέβαια, πολύ πιο περιορισμένα. Η δε διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στην εκπαίδευση (η οποία προβληματίζει, μεταξύ άλλων, κάποιους φίλους συνιστολόγους) εξυπηρετεί μεν ιδεολογικές-συναισθηματικές ανάγκες, αλλά τα καθαυτό γλωσσολογικά της αποτελέσματα (είτε επιθυμητά, είτε ανεπιθύμητα) είναι μάλλον ανύπαρκτα. Με δεδομένο, επίσης, ότι πλησιάζουν τα σαράντα οι πρώτοι που πήγαν σχολείο μετά την καθιέρωση της δημοτικής και ότι οι περισσότεροι, από εκείνη τη γενιά και πέρα, ούτε παθητική γνώση (που θα τους επέτρεπε να διαβάζουν έστω) της καθαρεύουσας δεν φαίνεται να έχουν, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι στις ενδογλωσσικές εξελίξεις των επόμενων δεκαετιών ο «αρχαϊσμός» θα παίξει κάποιον αξιοσημείωτο ρόλο. Πολύ απλά, οι όποιες συναφείς τάσεις δεν διαθέτουν πλέον τα απαραίτητα ερείσματα.
Τρίτον, ενώ άλλοτε τα «καλά» ελληνικά ήταν εκείνα που γράφονταν «με το νι και με το σίγμα», εκείνα δηλαδή που συμμορφώνονταν με αρχαϊκά γραμματικά και μορφολογικά πρότυπα, σήμερα το γόητρο στο επίπεδο της γλωσσικής έκφρασης φαίνεται να αντλείται από αλλού. «Σοβαρά» γραμμένο δεν φαντάζει πλέον ένα κείμενο γεμάτο αρχαϊσμούς, αλλά ένα κείμενο π.χ. με προσεγμένες και όχι τόσο «κοινές» λεξιλογικές επιλογές. Και νομίζω ότι εκείνο που θα έπρεπε να μας απασχολεί δεν είναι το αν κάποια κοσμικογράφος υπερδιορθώνει κωμικά το όνομα της Ζωζούς Σαπουτζάκη, αλλά το πώς επηρεάζει την ευρύτερη χρήση η γλώσσα που χρησιμοποιείται σήμερα σε χώρους (όπως ο ακαδημαϊκός) όπου διαμορφώνονται τα γλωσσικά πρότυπα κύρους. Γνωρίζουμε, άλλωστε, ότι υπάρχουν κείμενα σε άψογη, γραμματικά, δημοτική, τα οποία διατηρούν ορισμένα κοινωνιογλωσσικά γνωρίσματα της καθαρεύουσας (π.χ. μεγαλύτερη φροντίδα για την «περιωπή» του συντάκτη τους, παρά για την αναγνωστική τους προσιτότητα). Διαφεύγουν, ωστόσο, τη γλωσσική κριτική, επειδή δεν εμπίπτουν στα πλαίσια του άλλοτε Γλωσσικού Ζητήματος, στα οποία εκείνη ακόμα περιορίζεται.
Τελειώνοντας, δεν παραγνωρίζω ότι υπάρχουν προβλήματα στη χρήση της ΝΕ που σχετίζονται, όντως, με την επίδραση της καθαρεύουσας. Απλώς, θεωρώ ότι η επίδραση αυτή έπαψε να υφίσταται μαζί με την ίδια την καθαρεύουσα και ότι οι όποιες δυσχέρειες, πλέον, έχουν να κάνουν με κάποια αναφομοίωτα ή, για άλλους λόγους, προβληματικά παράγωγά της. Με αυτά θα ασχοληθούμε σε επόμενο σημείωμα.
Το απόσπασμα είναι από κείμενο που γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του ‘80 και ο τρόπος που παρουσιάζεται εδώ σίγουρα αδικεί τον συντάκτη του, Γιάννη Καλιόρη. Στα βιβλία του βρίσκει κανείς άλλες –καίριες- γλωσσικές παρατηρήσεις, με τις οποίες ο χρόνος φάνηκε σαφώς φιλικότερος. Εκείνη την περίοδο, άλλωστε, υπήρχε όντως μία τάση για γλωσσικές υπερβολές σαν αυτές που αναφέρει. Παρόλα αυτά, δικαιολογημένα θα διέκρινε κανείς μία υπερβολή και στην ίδια την περιγραφή του. Δεν φαίνεται πιθανό, λέξεις όπως συλλαμβάνομαι, θέτω, ερευνώ κ.α., που χρησιμοποιούνται ευρέως σήμερα, ή τύποι λέξεων όπως σχολείο ή υψηλός (με τη μεταφορική σημασία του), οι οποίοι επικρατούν πλέον συντριπτικά, να ήταν υπό εξαφάνιση πριν από είκοσι χρόνια. Ακόμα κι αν υπήρξε τότε μία συνειδητή προσπάθεια περιορισμού των «λόγιων» στοιχείων της γλώσσας, από τα αποτελέσματά της συμπεραίνουμε ότι δεν είχε τις τεράστιες διαστάσεις που της απέδιδε ο Καλιόρης.
Ως «πολεμικά δοκίμια» χαρακτήριζε τα κείμενά του για τη γλώσσα ο τελευταίος - πολεμικές είναι βέβαια, σε μεγάλο βαθμό, και οι γλωσσικές επιφυλλίδες του Γιάννη Χάρη, από το αντίπαλο «στρατόπεδο». Και θεωρώ ότι κανείς από τους δύο δεν αποφεύγει απόλυτα τις παγίδες που κρύβει μία, ορισμένων αφετηριών και στόχων, πολεμική. Εκτός του ότι υπερβάλλουν σαφώς στις περιγραφές τους, αμφότεροι υποτιμούν και υποβαθμίζουν τις μη ιδεολογικές παραμέτρους της γλωσσικής χρήσης: μακροπρόθεσμα, όπως έχει αποδειχθεί στην πράξη, η ίδια η γλώσσα θέτει όρια και φραγμούς στις όποιες ιδεολογικές τάσεις εκδηλώνονται εντός της. Είναι απίθανο να «περάσει», τελικά, κάτι που εναντιώνεται έντονα στο γλωσσικό αισθητήριο. Γι' αυτόν τον λόγο, δεν δικαιολογείται και η κινδυνολογική χροιά που προσλαμβάνουν συχνά τα γραφόμενα των Χάρη και Καλιόρη: σε κάτι άσχημο, ισχυρίζονται, θα οδηγήσουν οι καταγγελλόμενες τάσεις αν δεν αντιμετωπιστούν, κάποια ανεπιθύμητα -ή και καταστροφικά- αποτελέσματα θα επιφέρουν. Για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, θεωρούν ότι η γλώσσα κινδυνεύει.
Η βασική, όμως, αδυναμία αυτού του είδους της κριτικής είναι η μονομέρειά της. Ακόμα κι αν δεν σπανίζουν οι εύστοχες παρατηρήσεις στα γραπτά σοβαρών σχολιαστών όπως οι συγκεκριμένοι, η εικόνα που δίνουν για τη γλωσσική πραγματικότητα είναι μερική και, πιθανότατα, παραπλανητική. Αναφέρθηκα πριν σε κάποιες όχι απολύτως πειστικές περιγραφές του κ. Καλιόρη, ενώ και ο κ. Χάρης δείχνει δυσανάλογα μικρό ενδιαφέρον για άλλες εμφανείς τάσεις πλην αυτών που καταγγέλλει - π.χ. τις χρηστικά αδικαιολόγητες υπερβολές μιας επιδεικτικής αγγλομάθειας, η οποία χαρακτηρίζει ένα σημαντικό μέρος των ελληνικών ΜΜΕ. Βρίσκει κανείς εκείνο που ψάχνει, και το γλωσσικό τοπίο είναι πλέον αρκετά σύνθετο ώστε να προσφέρει σε κάποιον τα παραδείγματα που χρειάζεται για να υποστηρίξει την Α ή τη Β θέση. Όταν, όμως, η κριτική της γλωσσικής χρήσης δεν ξεχωρίζει τα διάφορα επίπεδα, και υπερτονίζει ή υποβαθμίζει φαινόμενα και τάσεις κατ’ επιλογή, τότε δεν λέει όλη την αλήθεια.
Επανερχόμενος στο ζήτημα αν υφίσταται σήμερα κάποια άξια λόγου –ή ανησυχίας- εξαρχαϊστική τάση στη γλώσσα, η δική μου απάντηση είναι αρνητική. Για τους εξής λόγους:
Πρώτον, κάτι τέτοιο δεν συνάγεται από τη συνολική εικόνα. Εκτός κι αν έχεις τεταμένη την προσοχή για να εντοπίζεις τέτοιες περιπτώσεις, δεν αποκομίζεις την εντύπωση «εξαρχαϊσμένου» λόγου από τις σημερινές εφημερίδες και τα περιοδικά, την τηλεόραση και το ραδιόφωνο, το διαδίκτυο. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι ο «αρχαϊσμός» είναι κάτι συγκεκριμένο (κατά το λεξικό Τριανταφυλλίδη: η χρήση απαρχαιωμένων, ξεπερασμένων τρόπων έκφρασης – λέξεων, φράσεων, τύπων, συντάξεων) και δεν σημαίνει, γενικώς και αορίστως, τον «γλωσσικό ευπρεπισμό». Έτσι, αρκετά από τα παραδείγματα που αναφέρει στο άρθρο του ο Χάρης δεν ανήκουν σε αυτή την κατηγορία, ενώ και αυτά που αποτελούν αρχαϊσμούς είναι είτε κάποιοι παλιότεροι, ανθεκτικοί τύποι, είτε υπερδιορθώσεις. Περίπτωση επανεμφάνισης τύπου της καθαρεύουσας που είχε περιπέσει σε αχρηστία, ο Χάρης δεν αναφέρει καμία (ούτε έχω κι εγώ υπόψη).
Δεύτερον, δεν υφίστανται πλέον οι κοινωνιογλωσσικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη γλωσσικού εξαρχαϊσμού. Η μακραίωνη λόγια παράδοση, στους κόλπους της οποίας αναπτύχθηκαν οι αρχαΐζουσες ποικιλίες της ελληνικής, έφθινε, πολεμήθηκε και εν τέλει τερματίστηκε. Από τους φορείς της εξουσίας, πάλι, που άλλοτε στήριζαν και προσέδιδαν κύρος στην αρχαΐζουσα γλώσσα, μόνο η Εκκλησία τη χρησιμοποιεί ακόμη – αν και, βέβαια, πολύ πιο περιορισμένα. Η δε διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στην εκπαίδευση (η οποία προβληματίζει, μεταξύ άλλων, κάποιους φίλους συνιστολόγους) εξυπηρετεί μεν ιδεολογικές-συναισθηματικές ανάγκες, αλλά τα καθαυτό γλωσσολογικά της αποτελέσματα (είτε επιθυμητά, είτε ανεπιθύμητα) είναι μάλλον ανύπαρκτα. Με δεδομένο, επίσης, ότι πλησιάζουν τα σαράντα οι πρώτοι που πήγαν σχολείο μετά την καθιέρωση της δημοτικής και ότι οι περισσότεροι, από εκείνη τη γενιά και πέρα, ούτε παθητική γνώση (που θα τους επέτρεπε να διαβάζουν έστω) της καθαρεύουσας δεν φαίνεται να έχουν, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι στις ενδογλωσσικές εξελίξεις των επόμενων δεκαετιών ο «αρχαϊσμός» θα παίξει κάποιον αξιοσημείωτο ρόλο. Πολύ απλά, οι όποιες συναφείς τάσεις δεν διαθέτουν πλέον τα απαραίτητα ερείσματα.
Τρίτον, ενώ άλλοτε τα «καλά» ελληνικά ήταν εκείνα που γράφονταν «με το νι και με το σίγμα», εκείνα δηλαδή που συμμορφώνονταν με αρχαϊκά γραμματικά και μορφολογικά πρότυπα, σήμερα το γόητρο στο επίπεδο της γλωσσικής έκφρασης φαίνεται να αντλείται από αλλού. «Σοβαρά» γραμμένο δεν φαντάζει πλέον ένα κείμενο γεμάτο αρχαϊσμούς, αλλά ένα κείμενο π.χ. με προσεγμένες και όχι τόσο «κοινές» λεξιλογικές επιλογές. Και νομίζω ότι εκείνο που θα έπρεπε να μας απασχολεί δεν είναι το αν κάποια κοσμικογράφος υπερδιορθώνει κωμικά το όνομα της Ζωζούς Σαπουτζάκη, αλλά το πώς επηρεάζει την ευρύτερη χρήση η γλώσσα που χρησιμοποιείται σήμερα σε χώρους (όπως ο ακαδημαϊκός) όπου διαμορφώνονται τα γλωσσικά πρότυπα κύρους. Γνωρίζουμε, άλλωστε, ότι υπάρχουν κείμενα σε άψογη, γραμματικά, δημοτική, τα οποία διατηρούν ορισμένα κοινωνιογλωσσικά γνωρίσματα της καθαρεύουσας (π.χ. μεγαλύτερη φροντίδα για την «περιωπή» του συντάκτη τους, παρά για την αναγνωστική τους προσιτότητα). Διαφεύγουν, ωστόσο, τη γλωσσική κριτική, επειδή δεν εμπίπτουν στα πλαίσια του άλλοτε Γλωσσικού Ζητήματος, στα οποία εκείνη ακόμα περιορίζεται.
Τελειώνοντας, δεν παραγνωρίζω ότι υπάρχουν προβλήματα στη χρήση της ΝΕ που σχετίζονται, όντως, με την επίδραση της καθαρεύουσας. Απλώς, θεωρώ ότι η επίδραση αυτή έπαψε να υφίσταται μαζί με την ίδια την καθαρεύουσα και ότι οι όποιες δυσχέρειες, πλέον, έχουν να κάνουν με κάποια αναφομοίωτα ή, για άλλους λόγους, προβληματικά παράγωγά της. Με αυτά θα ασχοληθούμε σε επόμενο σημείωμα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)